Παρασκευή, 29 Απριλίου 2016

Άγιος Παΐσιος: Η αναγνώριση του σφάλματος μας.


– Γέροντα, ό Άββας Ισαάκ λέει ότι πρέπει νά αισθάνεσαι στην προσευχή σαν παιδί.
– Ναι, άλλα νά νιώθης ότι είσαι ένα άτακτο παιδί. Νά άναγνωρίζης ότι στενοχώρησες τον Πατέρα σου καί νά κλαις γι” αυτό. Τότε θά νιώθης τά χάδια τά θεϊκά. Όχι νά λές: Επειδή είμαι παιδί, ό Θεός πρέπει νά μ” άγαπάη καί νά μέ συγχωρή, άς κάνω αταξίες.
– Γέροντα,  ανησύχησα,  όταν  διάβασα  στον  Άγιο Γρηγόριο  Νύσσης  ότι,  γιά  νά
επικαλεσθούμε ­Πατέρα τον Θεό, πρέπει νά έχουμε φθάσει στήν απάθεια, αλλιώς είναι ­ύβρις καί λοιδορία.
– Ευλογημένη, μή στενοχωριέσαι. Αυτό τό έγραψε ό Άγιος γιά όσους ζουν ρέμπελα καί αμαρτωλά. Όταν όμως άμαρτάνη κανείς, άλλα συναισθάνεται βαθιά την ενοχή του, τότε μπορεί νά όνομάζη ­Πατέρα τον Θεό.
– Γέροντα, αισθάνομαι ότι δέν είμαι εντάξει απέναντι στον Θεό, και αυτό με πονάει.
– Άπό την  στιγμή πού αισθάνεσαι  ότι  δέν  είσαι  εντάξει  και  λές  ταπεινά  ήμαρτον, Θεέ μου,  ό  Θεός  συγχωρεί,  βοηθάει  και  χαριτώνει,  και  άν  σέ  βρή  στήν  κατάσταση  αυτήν  ό θάνατος, θά σωθής. Γιατί δέν λές απλώς πώς δέν είσαι εντάξει και μένεις σέ έναν στραβό δρόμο,  άλλά  αγωνίζεσαι.  Δέν  είσαι,  Θεός  φυλάξοι,  σέ  δαιμονική  κατάσταση.  Λίγο-πολύ, εδώ στο μοναστήρι, όλες οί αδελφές, μέ τήν βοήθεια του Θεου, είστε εν μετάνοια. Ύστερα, νά ξέρης, ό πνευματικός άνθρωπος, όταν αισθάνεται ότι είναι χάλια, δέχεται τήν θεία Χάρη, γιατί είναι ένα ξέπλυμα αυτή ή συναίσθηση πού έχει γιά τήν άμαρτωλότητά του.
Έγώ,  όταν  κάποιος  μέ  πόνο  μου  λέει:  είμαι  τέτοιος,  τέτοιος,  τόν  χαίρομαι,  γιατί, αφού  αναγνωρίζει  τά  σφάλματα  του,  θά  έλευθερωθή  άπό  αυτά.  Βρήκα  κάποτε  έναν άνθρωπο  πού  έμενε  σέ  ένα  καλύβι  μέ  τά  γατιά,  μέ  τά  σκυλιά.  Ούτε  φωτιά  άναβε,  γιατί φοβόταν  μήν  κάψη  τό  καλύβι.  Ήταν  τελείως  εγκαταλελειμμένος!  Τόν  πόνεσα,  τόν λυπήθηκα,  άλλά  εκείνος  μου  είπε:  Μή  μέ  λυπάσαι,  μωρέ  καλόγερε  έγώ  πρέπει  νά βασανισθώ. Άν ήξερες τί έχω κάνει, δέν θά μέ λυπόσουν. Γιά μένα, κι εδώ πού είμαι, πολύ είναι. Έ, αυτόν, ό,τι κι άν έχη κάνει, δέν θά τόν οίκονομήση ό Θεός; Και τώρα πού ήμουν στό νοσοκομείο, ήρθε μιά γυναίκα, πού τά χέρια της ήταν τρυπημένα άπό τις μεταγγίσεις!
Ήταν τελείως χάλια! Δέν είχε ή φουκαριάρα φλέβα γιά φλέβα! Δέν έχω κανένα καλό, μου λέει. Μήπως μέ λυπηθή άπό αυτά ό Θεός και μέ πάρη στον Παράδεισο! Έχω εκείνο, εκείνο τό ελάττωμα…. Και έλεγε-έλεγε ένα σωρό κουσούρια. Τί λεπτή εργασία έκανε στόν εαυτό της! Έγώ σέ τέτοια κατάσταση άλλον άνθρωπο δέν ειδα!
– Γέροντα, άκουσα κάποιον νά λέη: Έχω τον λογισμό ότι ό Χριστός θά φερθή μέ επιείκεια. Είναι σωστός αυτός ό λογισμός;
– Όταν ό άνθρωπος εχη μεγάλη ταπείνωση, άναγνωρίζη τό σφάλμα του, αισθάνεται τήν ένοχη του σέ μεγάλο βαθμό καί ύποφέρη, τότε ό Χριστός θά φερθή μέ επιείκεια καί θά τον συγχώρηση. Παιδί μου, θά του πή, μήν τό σκέφτεσαι πιά πάει, έληξε. Αν όμως δέν συναισθάνεται τήν ένοχη του καί άναπαύη τόν λογισμό του ότι ό Χριστός θά φερθή μέ επιείκεια καί ευσπλαχνία, αυτό είναι πολύ επικίνδυνο. Δηλαδή ό Χριστός θά βράβευση τους αμαρτωλούς;
Ή καλή αναγνώριση του εαυτού μας συγκινεί τόν Θεό καί μας δίνει βοήθεια θεϊκή καί χαρά παραδεισένια. Αν μάς βοηθούσε καί ή μή αναγνώριση, ό Θεός ούτε καί αυτήν θά μάς τήν ζητούσε.
– Γέροντα,  είπατε  ή  καλή  αναγνώριση  του  εαυτού  μας  υπάρχει  καί  κακή αναγνώριση;
– Ναί, μπορεί νά εχη κανείς λανθασμένη γνώση του εαυτού του, νά τόν δικαιολογή καί νά άναπαύη  τόν  λογισμό  του.  Γι”  αυτό,  όταν  λέω  ότι  υπάρχει  αναγνώριση  του  σφάλματος, εννοώ  ότι  υπάρχει  έστω  καί  μιά  μικρή  προσπάθεια  γιά  διόρθωση.  Σου  χρωστάω  π.χ. πεντακόσιες  χιλιάδες  δραχμές  καί,  όταν  σέ  βλέπω,  λέω:  σου  χρωστάω  καί  πεντακόσιες χιλιάδες, άλλά δέν μέ απασχολεί νά επιστρέψω τό χρέος απλώς αναγνωρίζω ότι έχω ένα χρέος. Μετά άπό λίγο πάλι τό σκέφτομαι καί σου λέω: ναί, ναί, έχω καί ένα χρέος. Αυτό δέν  θά  πή  αναγνώριση.  Όταν  άναγνωρίζη  κανείς  πραγματικά  ότι  έχει  ένα  χρέος,  δέν κοιμάται  ψάχνει  νά  βρή  πώς  νά  τό  εξόφληση.  Καί τότε,  όταν  λέη  έχω  ένα  χρέος, πληροφορείται  καί  ό  άλλος,  άπό  τόν  τρόπο  πού  τό  λέει,  ότι  πράγματι  τόν  απασχολεί  τό θέμα.

 http://gerontesmas.com/%CE%B7-%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%B3%CE%BD%CF%8E%CF%81%CE%B9%CF%83%CE%B7-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CF%83%CF%86%CE%AC%CE%BB%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%BF%CF%82-%CE%BC%CE%B1%CF%82/

Η αναίρεση του «δόγματος της αναλογίας του όντος» με βάση τα συγγράμματα του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά (25)


ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ ΣΧΟΛΗ
ΤΜΗΜΑ: ΠΟΙΜΑΝΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ

π. Χρίστος Μαλάης

Η αναίρεση του «δόγματος της αναλογίας του όντος» με βάση τα συγγράμματα του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά


ΔΙΔΑΚΤΟΡΙΚΗ ΔΙΑΤΡΙΒΗ
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 2011
ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ
Η αναίρεση του «δόγματος της αναλογίας του όντος» 
στο θεολογικό έργο του αγ. Γρηγορίου Παλαμά

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ
Αναίρεση του «δόγματος της αναλογίας του όντος» (Α)

2.3.3. Η Αναλογία και το κατ’ Εικόνα Θεού

(Η αναίρεση του «δόγματος της αναλογίας του όντος» στη θεολογία περί της κατ’ εικόνα Θεού δημιουργίας του ανθρώπου)

Ο Λόγος του Θεού, ενεφύσησε κατά την αρχή της δημιουργίας του ανθρώπου, στο πρόσωπο του πρώτου πλάσματος1. Αυτό που ενεφύσησε στο πρόσωπο του ανθρώπου ο Θεός Λόγος, είναι η πνοή της ζωής2. Αυτή η πνοή, σύμφωνα με τον άγ. Γρηγόριο Παλαμά είναι αείζωος, αθάνατος και λογική3. Εκτός, όμως, απ’ αυτά είναι επίσης «κεχαριτωμένη θείως»4. Αυτό ακριβώς είναι το κατ’ εικόνα και το καθ’ ομοίωσιν5. Ο άνθρωπος εκτός από σάρκα και νου, έχει μέσα του τη μορφή που του έχει δώσει η χάρη του Θεού, η οποία αποτελεί μία ενιαία οντότητα, συντεθειμένη από νου, λόγο και πνεύμα6. Η μορφή αυτή, ονομάζεται από τον άγ. Γρηγόριο Παλαμά, θείον κάλλος, θείον φως και ομοιότητα προς το ύψιστο φως7. Όπως θα δείξουμε στο κεφάλαιο αυτό, η ομοιότητα της θείας μορφής στον άνθρωπο, σε σχέση προς το αρχέτυπό της, δεν προϋποθέτει οποιαδήποτε φυσική αναλογία ανάμεσα στο άκτιστο και στο κτιστό. Μέσα από τα παραδείγματα και τις αναλογίες που ακολουθούν, θα δούμε με ποιο τρόπο ο άνθρωπος αποκτά τη δυνατότητα να αναγνωρίσει τις θείες εικόνες και τους τύπους του Θεού στο εσωτερικό του, με σκοπό την πρόσκτηση της θείας χάριτος, την ανακαίνιση και την ανάπλαση της φύσεως του8.
Είναι πολύ σημαντικό να γνωρίζουμε ότι ο άγ. Γρηγόριος Παλαμάς, θεωρεί ότι είναι άλλο πράγμα η αρχική πλάση του ανθρώπου και εντελώς άλλο η τελική χάρη της αναπλάσεως9. Γι’ αυτό, χαρακτηρίζει ως «ψυχή» τη θεία εικόνα μέσα στον άνθρωπο, ενώ την εν Χριστώ ανακαινισμένη ανθρώπινη φύση την αποκαλεί «Πνεύμα»10. Για τον άγ. Γρηγόριο Παλαμά, η μετάδοση των χαρισμάτων του Αγίου Πνεύματος στην ψυχή, είναι εκείνη που καθιστά τον ανακαινισμένο άνθρωπο «Πνεύμα». Ο πλούτος αυτός του Αγίου Πνεύματος, ο οποίος μεταδίδεται στον άνθρωπο, είναι παντελώς υπερβατικός ως προς τη φύση του, γι’ αυτό και δεν έχει καμία αναλογία με τα κτιστά και τα ανθρώπινα11.

2.3.3.1 Η αναλογία ανάμεσα στον «έμφυτο λόγο» και στο θείο Λόγο
Σύμφωνα με τον άγ. Γρηγόριο Παλαμά, η αληθινή γνώση της θέσης που κατέχει ο άνθρωπος κοντά στο Θεό, είναι υπεράνω κάθε φιλοσοφικής γνώσης και ανθρώπινης σοφίας12. Ο άνθρωπος, είναι ο μόνος ανάμεσα στα κτιστά όντα, ο οποίος έχει κτιστεί σύμφωνα με την εικόνα του πλάστη, με τρόπο ώστε να βλέπει προς Αυτόν, να τον αγαπά και να τον προσκυνά13. Το να γνωρίζουμε ότι εμείς γίναμε κατ’ εικόνα του κτίσαντος δεν επιτρέπει να θεοποιούμε ούτε το νοητό κόσμο14. Το κατ’ εικόνα δεν το παριστάνει η θέση του σώματος αλλά η φύση του νου, του οποίου τίποτε δεν είναι ανώτερο από τα κατά φύσιν όντα15. Διότι αν υπήρχε κάτι ανώτερο, εκείνο θα ήταν το κατ’ εικόνα. Κάθε φύση λογική και νοερή, είτε αγγελική είναι είτε ανθρώπινη, έχει ουσία τη ζωή, λόγω της οποίας διαμένει αθάνατη κατά την ύπαρξη16. Η δική μας νοερή και λογική φύση δεν έχει τη ζωή μόνο ως ουσία αλλά και ως ενέργεια, διότι ζωοποιεί το συνημμένο σώμα και μπορεί να αποκαλείται ζωή του σώματος17. Τα άλογα ζώα, αντίθετα, δεν έχουν ουσία αλλά ενέργεια τη ζωή, γιατί δεν έχουν τίποτε άλλο εκτός από τα ενεργούμενα διά του σώματος18. Η ανθρώπινη ψυχή έχει τη ζωή όχι μόνο ως ενέργεια αλλά και ουσία, αφού έχει τη λογική και τη νοερή ζωή που είναι φανερά άλλη από τη ζωή του σώματος και των σχετικών με το σώμα19. Γι’ αυτό και όταν λύεται το σώμα, αυτή δε συνδιαλύεται «ὡς μὴ πρὸς ἕτερον ὁρωμένη, ἀλλ’ οὐσίαν ἔχουσα τὴν καθ’ αὑτὴν ζωήν»20. Η λογική και νοερή ψυχή έχει βέβαια ουσία τη ζωή, αλλά είναι δεκτική των εναντίων, δηλαδή της κακίας και της αγαθότητας21. Συνεπώς δεν έχει ουσία την αγαθότητα ή την κακία, αλλά σαν ένα είδος ποιότητας, διακείμενη προς τη μία ή προς την άλλη ανάλογα με τις περιστάσεις. Δεν παρευρίσκεται τοπικά η αγαθότητα, παρά μόνο όταν η νοερά ψυχή στραφεί με το αυτεξούσιο της προς αυτήν και θελήσει να ζήσει σύμφωνα με αυτήν22. Γι’ αυτό η νοερή ψυχή είναι σύνθετη όχι από την ενέργεια αλλά από την ουσία της και από μία από τις ενάντιες ποιότητες, δηλαδή την αρετή και την κακία23. Μόνο ο ανώτατος νους, η υπέρζωη και η υπέρθεη φύση, είναι εντελώς ανεπίδεκτη των εναντίων, γι’ αυτό και έχει την αγαθότητα όχι ως ποιότητα αλλά ως ουσία24. Σ’ αυτόν δεν υπάρχει διαφορά σοφίας, αγαθότητας και των παρομοίων, διότι η αγαθότητά του συμπεριβάλλει κατά τρόπο ενιαίο και απλό τα πάντα συγκεντρωτικά25. Ωστόσο είναι άρρητη, απερινόητη και υπεράνω όλων, χωρίς να υστερεί της ενότητας και της υπερφυούς απλότητας26. Η υπεράγαθη αυτή αγαθότητα είναι νους, από τον οποίο προέρχεται ως από πηγή ο λόγος27. Ο λόγος δεν είναι σαν το δικό μας «προφορικό λόγο», διότι αυτός δεν ανήκει σε νου αλλά σε σώμα κινούμενο από νου28. Ούτε είναι σύμφωνα με το δικό μας «ενδιάθετο λόγο», διότι «φθόγγων γὰρ οἰονεὶ τύποις κακεῖνος ἐν ἡμῖν διατιθέμενος γίνεται»29. Αλλά ούτε είναι σύμφωνα με το δικό μας «διανοητικό λόγο», ακόμη κι αν δεν αποτελείται από φθόγγους, διότι «κακεῖνος γὰρ μεθ’ ἡμᾶς ἐστι καὶ διαλειμμάτων δεῖται καὶ χρονικῶν οὐκ ὀλίγων διαστημάτων, διεξοδικῶς προϊών, καὶ ἐξ ἀρχῆς ἀτελοῦς πρὸς τὸ ἐντελὲς συμπέρασμα προαγόμενος»30. «Ἀλλὰ κατὰ τὸν ἐμφύτως ἡμῖν, ἐξ οὗ γεγόναμεν παρὰ τοῦ κτίσαντος ἡμᾶς κατ’ εἰκόνα οικείαν,ἐναποκείμενον τῷ νῷ λόγον, τὴν ἀεὶ συνυπάρχουσαν αὐτῶ γνώσιν, ἥτις καὶ μάλιστα ἐκεῖ ἐπὶ τοῦ ἀνωτάτω νοῦ τῆς παντελοῦς καὶ ὑπερτελοῦς ἀγαθότητος, παρ’ ἧ μηδὲν ἀτελές, πλὴν τοῦ ἐξ αὐτῆς εἶναι, πάντα ἐστὶν ἀπαραλλάκτως ὅσα ἐκείνη»31.
Ο άγ. Γρηγόριος Παλαμάς αναγνωρίζει την ύπαρξη τεσσάρων διαφορετικών λόγων στον άνθρωπο:
(α) τον «προφορικό λόγο»,
(β) τον «ενδιάθετο λόγο»32,
(γ) τον «διανοητικό λόγο»,
δ) τον «έμφυτο λόγο»33.
Μόνο ένας από αυτούς, σύμφωνα με τον άγ. Γρηγόριο Παλαμά, είναι κατάλληλος για να εξεικονίσει τη σχέση του θείου Λόγου προς τον ανώτατο Νου. Ο «έμφυτος λόγος» αποτελεί εικόνα του Κτίστη μέσα στον άνθρωπο, διότι ενυπάρχει ως λόγος μέσα στο νου και συνυπάρχει πάντοτε μαζί του υπό τη μορφή γνώσεως. Ανάλογα και στον παντέλειο Νου της υπερτέλειας αγαθότητας, η γνώση προέρχεται απ’ αυτόν, συνυπάρχει μ’ αυτόν και παράλληλα είναι όλα όσα είναι κι εκείνος. Ο «έμφυτος λόγος» μέσα στον ανθρώπινο νου μπορεί να εξεικονίσει αναλογικά το θείο Λόγο μέσα στον ανώτατο Νου, γιατί έχει κτιστεί κατ’ εικόνα του34.
Σε αντίθεση με τις άλλες εικόνες που χρησιμοποιούνται για την απεικόνιση των θείων, η αναλογία του «έμφυτου λόγου» βασίζεται στο γεγονός ότι έχει κτισθεί κατ’ εικόνα του θείου Λόγου. «Διὸ καὶ Υιὸς ὁ ἀνωτάτω Λόγος ἐστί τε καὶ παρ’ ἡμῶν καλεῖται, ἵν’ ἐπιγνῶμεν αὐτὸν ὄντα τέλειον ἐν ὑποστάσει τελείᾳ τε καὶ ἰδίᾳ, ὡς ἐκ τοῦ Πατρὸς ὄντα καὶ κατὰ μηδὲν λειπόμενον τῆς πατρικῆς οὐσίας, ἀλλ’ ἀπαραλλάκτως τὸν αὐτὸν ἐκείνον ὄντα, εἰ καὶ μὴ καθ’ ὑπόστασιν, ἥ τὸ ἐξ ἐκείνου γεννητῶς θεοπρεπῶς εἶναι παρίστησι, τὸν Λόγον»35. Ο ανώτατος Λόγος είναι και καλείται από εμάς Υιός για να βεβαιωθούμε ότι: (α) είναι τέλειος, (β) υπάρχει σε τέλεια υπόσταση, (γ) η υπόστασή του είναι ιδιαίτερη, (δ) προέρχεται από τον Πατέρα, (ε) έχει την ίδια ουσία με τον Πατέρα, (στ) είναι ίδιος κατά πάντα με τον Πατέρα εκτός από την υπόσταση, (ζ) η υπόστασή του παρουσιάζει θεοπρεπώς το γεννητό από τον Πατέρα, δηλαδή το Λόγο. Ο «έμφυτος λόγος» αποτελεί εικόνα του θείου Λόγου γιατί αποβλέποντας στον ίδιο τον εαυτό του μπορεί να αναγνωρίσει τους τύπους της θεότητας, αποδίδοντάς τους θεοπρεπώς στο θείο Λόγο. Συνεπώς, ο «έμφυτος λόγος», βασιζόμενος στο πώς υπάρχει ο ίδιος σε σχέση με τον ανθρώπινο νου, μπορεί να βεβαιωθεί κατ’ αναλογία ότι υπάρχει θείος Λόγος, ο οποίος είναι τέλειος, υπάρχει σε τέλεια και ιδιαίτερη υπόσταση και προέρχεται από τον ανώτατο Νού.
Επίσης ότι γεννάται θεοπρεπώς από αυτόν γι’ αυτό και μπορεί να ονομαστεί Υιός του, έχει την ίδια ουσία με τον Πατέρα του και είναι ο ίδιος σε όλα με εκείνον, εκτός από το γεγονός ότι γεννάται από αυτόν υποστατικώς. Η αναλογία ανάμεσα στον «έμφυτο λόγο» και στο θείο Λόγο οφείλεται στο ότι ο πρώτος φέρει μέσα του τους τύπους και τους χαρακτήρες του δευτέρου. Αυτό δε σημαίνει ότι η κτιστή φύση του «έμφυτου λόγου» υπάρχει κατ’ αναλογία προς την άκτιστη φύση του θείου Λόγου, αλλά αντίθετα ότι μέσα στη κτιστή φύση υπάρχουν χαραγμένοι ως εικόνες οι λόγοι, τους οποίους μπορεί να αναγνωρίσει ο άνθρωπος και να βεβαιωθεί ότι ο άκτιστος Λόγος έχει πράγματι όλα αυτά τα χαρακτηριστικά τα οποία μόλις αναφέρθηκαν.

2.3.3.2 Η αναλογία ανάμεσα στο ανθρώπινο πνεύμα και στο Πνεύμα του Λόγου:

α) ως φανέρωση της θείας εικόνας μέσα στον άνθρωπο,

β) ως αναγνώριση των υποστατικών ιδιωμάτων του Αγίου Πνεύματος,
γ) ως τεκμήριο του έρωτος και της χαράς του Γεννήτορα προς τον γεννηθέντα Λόγο,
δ) ως εικόνα του θείου έρωτος μέσα στο νου του ανθρώπου.

Ο άγ. Γρηγόριος Παλαμάς, θεωρεί ότι εκτός από το νου και το λόγο, η εικόνα του Θεού εκτείνεται και σε έναν άλλο ρυθμιστικό παράγοντα της εσωτερικής ζωής του ανθρώπου, το πνεύμα. Η αγαθότητα του λόγου προέρχεται γεννητώς από τη νοερή αγαθότητα «ὡς ἐκ πηγῆς», επειδή είναι λόγος, και λόγο χωρίς πνεύμα δε μπορεί να εννοήσει όποιος έχει νου, υποστηρίζει ο άγ. Γρηγόριος Παλαμάς36. Γι’ αυτό και ο από Θεού Θεός Λόγος έχει «συμπροϊὸν ἐκ τοῦ Πατρός» το Άγιο Πνεύμα37. Ωστόσο, το Πνεύμα δεν είναι σαν αυτό που συνυπάρχει στο δικό μας λόγο που παράγεται μέσω των χειλέων, διότι αυτό είναι σώμα και «δι’ ὀργανικῶν σωμάτων ἐναρμόζεται τῶ ἡμετέρω λόγω»38. Δεν είναι επίσης ούτε όπως το πνεύμα που συνυπάρχει κατά τρόπο ασώματο στο δικό μας ενδιάθετο λόγο και στον κατά διάνοια λόγο, διότι σ’ αυτά το πνεύμα είναι ορμή του νου, η οποία επεκτείνεται χρονικά μαζί με το λόγο, έχοντας ανάγκη τα ίδια διαστήματα και προχωρεί από το ατελές προς την τελείωση39. Ο άγ. Γρηγόριος Παλαμάς, διακρίνει ανάμεσα σε τέσσερα διαφορετικά είδη «πνεύματος» στον άνθρωπο, ανάλογα προς τα τέσσερα είδη του «λόγου»:
α) το πνεύμα που συνυπάρχει με τον «προφορικό λόγο»,
β) το πνεύμα που συνυπάρχει με τον «ενδιάθετο λόγο»,
γ) το πνεύμα που συνυπάρχει με τον «διανοητικό λόγο»,
δ) το πνεύμα που συνυπάρχει με τον «έμφυτο λόγο».
Όπως στην περίπτωση του λόγου έτσι και εδώ, το είδος του πνεύματος που αναλογεί στο θείο αρχέτυπο είναι το τέταρτο, το οποίο συνυπάρχει με τον «έμφυτο λόγο». Σχετικά με το θείο αρχέτυπο, ο άγ. Γρηγόριος Παλαμάς παρατηρεί ότι «ἐκεῖνο δὲ τὸ Πνεῦμα τοῦ ἀνωτάτω Λόγου, οἷόν τις ἔρως ἐστὶν ἀπόρρητος τοῦ γεννήτορος πρὸς αὐτὸν τὸν ἀπορρήτως γεννηθέντα Λόγον· ᾧ καὶ αὐτὸς ὁ τοῦ Πατρὸς ἐπέραστος Λόγος καὶ Υιὸς χρῆται πρὸς τὸν γεννήτορα, ἀλλ’ ὡς ἐκ τοῦ Πατρὸς ἔχων αὐτὸν συμπροελθόντα καὶ συμφυῶς ἐν αὐτῷ ἀναπαυόμενον»40. Το Πνεύμα του Θεού, μπορεί να παρομοιαστεί με απόρρητο έρωτα του γεννήτορα προς τον γεννηθέντα λόγο, αλλά και αντίστροφα του γεννηθέντα λόγου προς τον γεννήτορα41. Από αυτόν το Λόγο, ο οποίος μας συναναστράφηκε με σάρκα, διδαχθήκαμε το όνομα της διαφορετικής από τον Πατέρα υπάρξεως του Πνεύματος, και ότι αυτό δεν είναι μόνο του Πατρός αλλά και του Υιού42. «Αὕτη γὰρ ἡ Πατρός τε καὶ Υιοῦ προαιώνιος χαρὰ τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον ἐστιν, ὡς κοινὸν μὲν αὐτοῖς κατὰ τὴν χρῆσιν…μόνου δὲ τοῦ Πατρὸς καθ’ ὕπαρξιν ὑπάρχον, δι’ ὅ καὶ παρ’ αὐτοῦ μόνου ἐκπορεύεται καθ’ ὕπαρξιν»43. Τούτου του ανωτάτου έρωτος την εικόνα έχει και ο νους μας που κτίσθηκε κατ’ εικόνα του Θεού, για την από αυτόν και μέσα σ’ αυτόν διαρκώς υπάρχουσα γνώση44. Όπως δηλαδή το Πνεύμα ομοιάζει με τον έρωτα του Γεννήτορα προς τον γεννηθέντα Λόγο, ανάλογα και το ανθρώπινο πνεύμα ομοιάζει με τον έρωτα του νου προς τη γνώση45. Διότι κι αυτός ο έρως «παρ’ αὐτοῦ καὶ ἐν αὐτῷ καὶ τοῦτον ὄντα καὶ συμπροϊόντα παρ’ αυτόῦ τῷ ἐνδοτάτῷ λόγῷ»46. Τεκμήριο για όλα αυτά, ακόμα και για όσους δε μπορούν να διακρίνουν τον εσωτερικό τους κόσμο, είναι η ακόρεστη επιθυμία των ανθρώπων προς τη γνώση47. Υπάρχει δηλαδή ένα πολύ σημαντικό τεκμήριο μέσα μας, με βάση το οποίο μπορούμε να καταλάβουμε ότι:
(α) ο έρως είναι από το νου,
(β) ο έρως υπάρχει μέσα στο νου,
(γ) ο έρως προέρχεται από το νου και συνυπάρχει με το λόγο.
Αυτό δεν είναι άλλο από το γεγονός ότι ο άνθρωπος αισθάνεται μέσα του μία ακόρεστη επιθυμία προς τη γνώση48. Αυτή η ακόρεστη επιθυμία του νου προς τη γνώση είναι ανάλογη προς τον έρωτα του Γεννήτορα προς το γεννηθέντα Λόγο. Με τη διαφορά, ωστόσο, ότι στο θείο αρχέτυπο δεν υπάρχει τίποτε ατελές εκτός της από την υπερτέλεια αγαθότητα ύπαρξη του θείου έρωτα, γι’ αυτό και είναι απαράλλακτα παν ότι είναι εκείνη49. Μέσα στον άνθρωπο υπάρχουν ως εικόνες οι τύποι του θείου αρχετύπου, ακόμη και για την ύπαρξη του Αγίου Πνεύματος. «Διὸ καὶ Πνεῦμα ἅγιον καὶ Παράκλητος ἄλλος οὗτως ἐστί τε καὶ παρ’ ἡμῶν καλεῖται, ὡς τῷ Λόγῷ συμπαρομαρτῶν, ἵν’ ἡμεῖς ἐπιγνῶμεν ὄντα τέλειον, ἐν ὑποστάσει τελεία τε καὶ ἰδία, κατὰ μηδὲν καὶ αὐτὸν λειπόμενον τῆς τοῦ Πατρὸς οὐσίας, ἀλλ’ ἀπαραλλάκτως ὄντα τὸν αὐτὸν τῷ τε Υιῷ και τῷ Πατρὶ, εἰ καὶ μὴ καθ’ ὑπόστασιν, ἥτις ἐκ τοῦ Πατρὸς θεοπρεπῶς ἐκπορευτῶς εἶναι τοῦτον παρίστησιν ἡμῖν»50.
Αναγνωρίζοντας τους θείους τύπους και την εικόνα της Αγίας Τριάδας μέσα μας μπορούμε να αποκαλέσουμε Πνεύμα Άγιο το πνεύμα του Θεού, και άλλον Παράκλητο γιατί συνοδεύει πάντοτε το θείο Λόγο51. Μπορούμε έτσι να γνωρίσουμε ότι ο Παράκλητος υπάρχει σε ιδιαίτερη υπόσταση, ότι είναι τέλειος χωρίς να υπολείπεται σε τίποτα της ουσίας του Πατρός, αλλά είναι απαράλλακτα ο ίδιος με τον Υιό και τον Πατέρα, εκτός από την υπόσταση που προέρχεται από τον Πατέρα κατά τρόπο θεοπρεπή και εκπορευτό. Αναγνωρίζοντας όλα τούτα «σεφθῶμεν ἕνα Θεὸν ἁληθῆ τε καὶ τέλειον, ἐν τρισὶν ὑποστάσεσιν ἀληθιναῖς καὶ τελείαις»52. Δεν είναι τριπλή η αγαθότης, ούτε τριάδα αγαθοτήτων, αλλά τριάδα αγία, σεβάσμια και προσκυνητή η ανώτατη αγαθότης, η οποία «ἐξ αὐτῆς εἰς ἑαυτὴν χεομένη ἀρρεύστως καὶ ἐφ’ ἑαυτῆς ἑστῶσα πρὸ αἰώνων θεοπρεπῶς, ἀόριστός τε οὖσα καὶ παρὰ μόνης ἑαυτῆς ὡρισμένη, καὶ τὰ πάντα ὁρίζουσα καὶ πάντων ὑπερεκτεινομένη, καὶ μηδὲν τῶν ὄντων ἐκτὸς ἑαυτῆς ἐῶσα»53. Το γεγονός ότι αυτά που έχουμε μέσα μας είναι μόνο τύποι και εικόνες και όχι μετοχή στην άκτιστη φύση της ανώτατης αγαθότητας αποδεικνύεται από το ότι το θείο αρχέτυπο:
α) χέεται από τον εαυτό του αρρεύστως προς τον ίδιο τον εαυτό του,
β) ίσταται επάνω στον εαυτό του προ των αιώνων θεοπρεπώς,
γ) ενώ είναι αόριστο καθεαυτό, ορίζεται μόνο από τον εαυτό του,
δ) ορίζει το ίδιο τα πάντα και επεκτείνεται πέρα από τα πάντα, χωρίς να αφήνει
έξω από τον εαυτό του κανένα από τα όντα.
2.3.3.3 Η αναλογία της αγάπης και της συνάφειας της ψυχής προς το σώμα
«Ἔχει μὲν οὖν καὶ ἡ τῶν ἀγγέλων νοερὰ καὶ λογικὴ φύσις νοῦν τε καὶ λόγον ἐκ τοῦ νοῦ, καὶ πρὸς τὸν λόγον ἔρωτα τοῦ νοῦ, ὅς καὶ αὐτός ἐστιν ἐκ τοῦ νοῦ καὶ σύνεστιν ἀεὶ τῷ τε λόγῷ καὶ τῷ νῷ»54. Αυτός ο έρως μπορεί να ονομάζεται και πνεύμα αφού φύσει συνοδεύει πάντοτε το λόγο55. Η διαφορά με την ανθρώπινη φύση, ωστόσο, είναι ότι στη φύση των αγγέλων δεν είναι ζωοποιό το πνεύμα, γιατί δεν έχει λάβει από το Θεό σώμα, ώστε να χρειάζεται να λάβει γι’ αυτό ζωοποιό και συνεκτική δύναμη56. Η νοερή και λογική φύση της ψυχής έλαβε από το Θεό ζωοποιό πνεύμα με το οποίο συνέχει και ζωοποιεί το συνημμένο σώμα57. Το πνεύμα του ανθρώπου είναι κατ’ εικόνα θείαν περισσότερο απ’ ότι το πνεύμα των αγγέλων επειδή είναι ζωοποιό όπως και το Πνεύμα του Θεού. Το πνεύμα του ανθρώπου είναι νοερός έρως, το ζωοποιό στοιχείο του σώματος, το οποίο προέρχεται από το νου και είναι του λόγου· επίσης είναι μέσα στο λόγο και στο νου κι έχει μέσα του το λόγο και το νου58. Όπως το Άγιο Πνεύμα που προέρχεται από τον ανώτατο Νου είναι μέσα στο Λόγο, έχει μέσα του το Λόγο και τον ανώτατο Νου, είναι έρως που συνέχει και ζωοποιεί τα όντα, ανάλογα και το κατ’ εικόνα Θεού ανθρώπινο πνεύμα προέρχεται από το νου, είναι μέσα στο λόγο, και έχει μέσα του το νου και το λόγο, ενώ ταυτοχρόνως συνέχει και ζωοποιεί το ανθρώπινο σώμα59. Τεκμήριο για αυτό αποτελεί το γεγονός ότι η ψυχή έχει διά του πνεύματος φυσικώς την προς το σώμα της συνάφεια τόσο αγαπητή, ώστε να μη θέλει ποτέ να το εγκαταλείψει60. Ο άγ. Γρηγόριος Παλαμάς βασιζόμενος στο ανθρώπινο βίωμα της φυσικής αγάπης και συνάφειας της ψυχής προς το σώμα, συμπεραίνει αναγωγικά και κατ’ αναλογία ότι η ίδια αυτή αγάπη υπάρχει επίσης ανάμεσα στο νου και στο λόγο, και ότι αποτελεί εικόνα της αγάπης του ανώτατου Νου προς το θείο Λόγο61. Με βάση το ανθρώπινο βίωμα αποδεικνύεται έτσι ότι ο νοερός έρως του ανθρώπινου νου προς το λόγο είναι ζωοποιός, διότι συνέχει και ζωοποιεί το σώμα, όπως ο θείος έρως του ανωτάτου Νου προς το Λόγο είναι αυτός που συνέχει και ζωοποιεί τα όντα. «Ἡ νοερὰ καὶ λογικὴ φύσις τῆς ψυχῆς, μόνη νοῦν ἔχουσα καὶ λόγον καὶ πνεῦμα ζωοποιόν, μόνη καὶ τῶν ἀσωμάτων ἀγγέλων μᾶλλον κατ’ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, παρ’ αυτόῦ δεδημιούργηται»62. Μόνο η νοερή και λογική φύση της ψυχής έχει νου, λόγο και πνεύμα ζωοποιό, γι’ αυτό έχει δημιουργηθεί κατ’ εικόνα Θεού περισσότερο από όσο οι ασώματοι άγγελοι. Μετά την προγονική παράβαση και το χωρισμό της ψυχής μας από το Θεό, αποβάλαμε το καθ’ ομοίωση Θεού αλλά δε χάσαμε και το κατ’ εικόνα63. Γι’ αυτό και όταν η ψυχή στραφεί και πάλι προς το Θεό και ακολουθήσει το θέλημά του φωτίζεται ξανά, απαθανατίζοντας μαζί και το συνημμένο σ’ αυτή σώμα64. «Ἡ μετὰ τὴν ἀνωτάτω τριάδα τριαδικὴ φύσις, ὡς παρ’ ἐκείνης κατ’ εἰκόνα ἐκείνης πεποιημένη μᾶλλον τῶν ἄλλων, νοερά, λογική τε καὶ πνευματικὴ (τοιαύτη δε ἐστιν ἡ ἀνθρωπίνη ψυχή), φυλάττειν ὀφείλει τὴν ἑαυτῆς τάξιν καὶ μετὰ θεὸν εἶναι μόνον»65. Γι’ αυτό όποιος αγαπά την αδικία κατασπαράζει αυτή την έμφυτη καλλονή του, ξεσχίζοντας με αφροσύνη τον «ὑπὸ τῆς ἀγάπης ἔνδον συμπληρούμενον τριαδικὸν καὶ ὑπερκόσμιον κόσμον τῆς ἰδίας ψυχῆς»66. Η ψυχή που διαχέεται και σπαταλά τον εαυτό της στις ηδονές, τότε πεθαίνει ζωντανή «καίτοι ζωὴν ἔχουσα τὸ εἶναι», διότι κατ’ ουσίαν είναι αθάνατος67. Η ψυχή υπάρχει παντού στο σώμα, όχι με την έννοια του τόπου ή της συμπεριλήψεως σ’ αυτό, αλλά με την έννοια ότι το συνέχει, το περιέχει και το ζωοποιεί, ώστε να έχει κι αυτό το κατ’ εικόνα Θεού68.
2.3.3.4 Η αναλογία του ηνίοχου και του αυτοκράτορα νου
Εκτός από τη συνεκτική και ζωοποιό δύναμη του πνεύματος υπάρχουν κι άλλες μεγάλες διαφορές ανάμεσα στην κατ’ εικόνα κατασκευή του ανθρώπου και στην κατ’ εικόνα κατασκευή των αγγέλων. «Οὐ κατὰ τοῦτο μόνον μᾶλλον τῶν ἀγγέλων ὁ ἄνθρωπος κατ’ εἰκόνα πεποίηται Θεοῦ, ὅτι συνεκτικήν τε καὶ ζωοποιὸν ἔχει δύναμιν ἐν ἑαυτῶ, ἀλλὰ καὶ κατὰ τὸ ἄρχειν»69. Διότι στη φύση της ψυχής μας το ένα μέρος είναι ηγεμονικό και αρχικό, το άλλο είναι φύσει δουλικό και υπήκοο, όπως η θέληση, η όρεξη, η αίσθηση και γενικά όσα κτίσθηκαν από το Θεό μαζί με το νου, έστω κι αν εμείς από φιλάμαρτη γνώμη αφηνιάζουμε όχι μόνο από το Θεό και Παντοκράτορα, «ἀλλὰ καὶ τοῦ προσόντος ἡμῖν ἐμφύτως αὐτοκράτορος»70. Αφού ο Θεός είναι Παντοκράτωρ ανάλογα και ο νους είναι αυτοκράτωρ, διότι έχει κτισθεί κατ’ εικόνα Θεού. Ο νους είναι από τη φύση του αυτοκράτορας διότι αποτελεί το «ηγεμονικό και αρχικό» μέρος της ψυχής, στο οποίο πρέπει να υπακούει το άλλο μέρος της ψυχής που είναι από τη φύση του «δουλικό και υπήκοο». Όπως είναι σωστό να υπακούει η θέληση, η όρεξη και η αίσθηση στο Θεό, ανάλογα πρέπει να υπακούει και στο νου ο οποίος είναι ο ηνίοχος του άρματος της ψυχής μας71. Εκτός από τη ψυχή, ο νους άρχει και στον κόσμο των αισθητών. Ώστε, όπως ο Παντοκράτωρ Θεός άρχει όλης της κτίσεως ανάλογα και ο άνθρωπος, ένεκα του αρχικού στοιχείου που υπάρχει μέσα του έλαβε, από το Θεό την κυριότητα επάνω σε ολόκληρη τη γη72. Διότι μόνο εμείς από όλα τα κτίσματα, λέει ο άγ. Γρηγόριος Παλαμάς, εκτός από το νοερό και λογικό έχουμε και το αισθητικό, το οποίο επειδή είναι συνημμένο με το λογικό εφηύρε κάθε είδους τέχνες, επιστήμες και γνώσεις73. Έτσι, το να καλλιεργεί τη γη, να οικοδομεί και να παράγει από τα μη όντα (αν και όχι από εντελώς μη όντα, πράγμα που αρμόζει μόνο στο Θεό), αποτελεί κυριότητα την οποία ο Θεός έδωσε μόνο στον άνθρωπο74.
2.3.3.5 Συμπεράσματα
Το κατ’ εικόνα Θεού συνίσταται στο γεγονός ότι μέσα στον όλο άνθρωπο (νους, ψυχή, σώμα) υπάρχουν εντυπωμένες οι θείες εικόνες και οι τύποι της Τριαδικής θεότητας. Πιο ειδικά, με βάση τα πιο πάνω αποσπάσματα, μπορούμε να κατατάξουμε τις θείες εικόνες σε τέσσερις κατηγορίες:
(α) Εικόνες των προσώπων της Αγίας Τριάδος. Συγκεκριμένα, μέσα στον άνθρωπο υπάρχουν εντυπωμένες οι εικόνες του ανωτάτου νου (Θεού Πατρός), του θείου λόγου (Υιός και Λόγος του Θεού) και του πνεύματος (Άγιο Πνεύμα).
(β) Εικόνες που αναφέρονται στην ουσία και στα υποστατικά ιδιώματα των θείων προσώπων. Μέσα στο άνθρωπο είναι ενχαραγμένοι οι τύποι για το ότι όλα τα θεία πρόσωπα έχουν την ίδια ουσία, ότι κάθε θείο πρόσωπο υπάρχει σε τέλεια και ιδιαίτερη υπόσταση, ότι ο Λόγος και το Πνεύμα προέρχονται μόνο από τον Πατέρα.
(γ) Εικόνες των σχέσεων που αναπτύσσονται ανάμεσα στα θεία πρόσωπα. Μέσα στον άνθρωπο υπάρχουν εντυπωμένες οι εικόνες που εκφράζουν τις εξής ενδοτριαδικές σχέσεις: νους-γνώση-έρως, νους-λόγος-έρως.
(δ) Εικόνες των κοινών ιδιωμάτων των θείων προσώπων. Στον άνθρωπο ενυπάρχουν ως τύποι τα κοινά ιδιώματα των θείων προσώπων: τελειότητα, αγαθότητα, ζωή, ελευθερία, απλότητα, δικαιοσύνη, αγάπη, παντοδυναμία. Ο σκοπός για τον οποίο υπάρχουν οι θείοι τύποι και οι εικόνες του Τριαδικού Θεού μέσα στον άνθρωπο, δεν αφορά στην εγκαθίδρυση οποιασδήποτε αναλογίας ανάμεσα στην ύπαρξη του Θεού και στην ύπαρξη του ανθρώπου. Η αναλογία σ’ αυτή την περίπτωση θα αποτελούσε μία φυσική αντιστοιχία ανάμεσα στα θεία και στα ανθρώπινα (αναλογία του όντος), με βάση την οποία ο άνθρωπος θα μπορούσε να αποκτήσει φυσική πρόσβαση στο Θεό75. Αν οι εικόνες και οι τύποι αναφέρονταν σε φυσικές ή υπαρκτικές αντιστοιχίσεις, συμμετρίες ή αναλογίες ανάμεσα στον άνθρωπο και στο Θεό, τότε θα αποτελούσαν κάποιου είδους «ενδιάμεσα», ικανά να γεφυρώσουν το άπειρο χάσμα ανάμεσα στο άκτιστο και στο κτιστό. Αυτό θα ισοδυναμούσε με το σχηματισμό ενός καινούριου μεταφυσικού συστήματος, με βάση το οποίο ο άνθρωπος αποκτά τη δυνατότητα να γίνει από μόνος του Θεός. Ακυρώνεται έτσι όλη η Πατερική Θεολογία και ματαιώνεται εντελώς το σχέδιο του Θεού για τη σωτηρία. Μακριά από τέτοιου είδους αιρετικές αντιλήψεις, ο άγ. Γρηγόριος Παλαμάς το μόνο που αφήνει να υπονοηθεί, αναφερόμενος στην ύπαρξη των τύπων και των εικόνων του Τριαδικού Θεού στον όλο άνθρωπο, είναι το γεγονός ότι, όταν τις αναγνωρίσει μέσα του ο άνθρωπος, αποκτά βέβαιη και ασφαλή γνώση για όσα έχει πει η Αγία Γραφή, καθώς και για όσα έχουν ερμηνεύσει οι άγιοι Πατέρες. Μαθαίνει έτσι ο άνθρωπος να χρησιμοποιεί τη γνώση του εαυτού του με τέτοιο τρόπο, ώστε να τον οδηγεί στη μνήμη του Θεού και στον πόθο για συνάντηση μαζί του76. Ο άγ. Γρηγόριος Παλαμάς, καταφέρνει με αυτό τον τρόπο να δείξει πως είναι δυνατό να εγκεντριστεί κάθε φιλοσοφική, ψυχολογική ή αυτογνωστική προσπάθεια του ανθρώπου στη θεολογική προοπτική της συνάντησης και της ένωσης με το Θεό77. Ερμηνεύοντας κατ’ αυτό το μοναδικό τρόπο την ύπαρξη των Τριαδικών τύπων μέσα στον άνθρωπο, ο άγ. Γρηγόριος Παλαμάς προσδίδει βιωματικό χαρακτήρα στη θεολογία του «κατ’ εικόνα», καθιστώντας την πιο προσιτή και κατανοητή ακόμα και στον πιο απλό άνθρωπο.
(Συνεχίζεται)
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

Γιατί ο Πέτρος αρνήθηκε τον Χριστό; (Γέροντας Ιωσήφ Ησυχαστής)


Ἐρωτ.: Γέροντα, μᾶς μιλήσατε προηγουμένως γιά τό ἀτελές τοῦ Ἀπ. Πέτρου, πρό τῆς Πεντηκοστῆς. Λόγω τῆς ἀτέλειάς του ἀρνήθηκε τόν Κύριό μας;
Ἀπαντ.: Τό θέμα τῆς ἀρνήσεως τοῦ Πέτρου, κατά τίς κρίσεις τῶν Πατέρων, εἶναι οἰκονομία. Διότι δέν ἦτο δυνατό ὁ Πέτρος, ὁ ὁποῖος εἰς ὅλη τήν περίοδο ποὺ ἦταν μαζί μέ τόν Χριστό καί ἔδειξε τόσο ζῆλο καί τόση ταπεινοφροσύνη, νά πέση σέ τόσο μεγάλο λάθος, νά ἀρνηθῆ τρεῖς φορές τόν Δεσπότη Χριστό. Δέν εἶναι λογικό αὐτό. Θυμηθεῖτε τήν ὁμολογία τοῦ Πέτρου!
Ὅταν ὁ Ἰησοῦς μᾶς ἐρώτησε: «Ὑμεῖς δέ τίνα μέ λέγετε εἶναι;» ὁ Πέτρος ὡμολόγησε καί εἶπε: «Σύ εἰ ὁ Χριστός ὁ υἱός τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος». Καί ὁ Ἰησοῦς μας ἐγύρισε καί τοῦ εἶπε: «Μακάριος εἶ, Σίμων Βαριωνά, ὅτι σάρξ καί αἷμα οὐκ ἀπεκάλυψέ σοι, ἀλλ' ὁ Πατήρ μου ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς. Κἀγὼ δέ σοι λέγω ὅτι σύ εἶ Πέτρος, καί ἐπί ταύτῃ τῇ πέτρᾳ οἰκοδομήσω μου τήν Ἐκκλησίαν». (Ματθ. 16,16-18).
 
Ὁ Πέτρος κατά φύσι ἦταν πολύ ζηλωτής καί ἀσυμβίβαστος. Μέσα στήν πανσοφία Του ὁ Θεός, μετά τήν θερμή του ὁμολογία, τόν ἔθεσε θεμέλιο τῆς Ἐκκλησίας. Ἐπειδή ὅμως ἡ Ἐκκλησία θά ἀγκάλιαζε ὅλη τήν ἀνθρώπινη φύσι, ὅλους τοὺς χαρακτῆρες, ὄχι μόνο τούς ζηλωτές καί ἰσχυρούς ἀλλά καί τούς ἀσθενεῖς καί ἀδυνάτους, ἐπιτρέπει ὁ Κύριος τήν τριπλῆ ἄρνησι. Διότι, μήν ξεχνᾶμε∙ οἱ περισσότεροι ἄνθρωποι εἶναι ἀσθενεῖς καί ἀδύνατοι. Οὔτε στούς πέντε ἀνά ἑκατό δέν θά εὕρωμε ἰσχυρούς χαρακτήρας, οἱ ὅποιοι ἀγάπησαν τόν Θεό ἐξ ὁλοκλήρου καί μέ τήν ὁρμή τῆς ἀγάπης τους ἔδειξαν αὐταπάρνησι. Γι' αὐτούς λοιπόν τούς ὑπολοίπους ἀσθενεῖς ἔγινε οἰκονομία. Ὁ Πέτρος ὅμως ὡς ζηλωτής καί ἰσχυρός, ποὺ δέν εἶχε μέσα του νόημα συγκαταβάσεως, δέν θά τό καταλάβαινε αὐτό.
Ἑπομένως κάνει μία οἰκονομία ὁ Θεός καί ἐπιτρέπει νά τόν ἀρνηθῆ. Ὕστερα τόν θεραπεύει μόνος Του. Τόν πλησιάζει καί τοῦ λέει: «Πέτρε, φιλεῖς με; Πέτρε, ἀγαπᾶς με;» Ἐλυπήθη ὁ Πέτρος, δέν τό κατάλαβε. Ἀλλά οἱ τρεῖς ἐρωτήσεις ἦταν ἡ θεραπεία τῆς τρισσῆς ἀρνήσεως.
Μέ τήν τριπλῆ Ὁμολογία, ὁ Πέτρος, ἐξήλειψε τήν ἐνοχή. Ἔμαθε ὅμως ἐκ πείρας, ὅτι καί οἱ ζηλωταί ἀκόμη ἔχουν ἀνάγκη ἐπιεικείας.
Τό ἴδιο κάνει ὁ Θεός καί στόν Ἀπ. Παῦλο. Ἐπειδή ἦταν ἡ σπονδυλική στήλη τῆς Ἐκκλησίας, τόν ἀφήνει στήν ἀρχή νά γίνη διώκτης, ἐχθρός∙ καί ὕστερα τόν παίρνει∙ καί αὐτός μέ συναίσθησι βαθυτάτης ταπεινοφροσύνης λέγει: «Οὐκ εἰμί ἱκανός καλεῖσθαι Ἀπόστολος, διότι ἐδίωξα τήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ». Ἔχω ὅμως ἕνα ἐλαφρυντικό, ὅτι «ἀγνοῶν ἐποίησα».
Βλέπετε μέ πόση πανσοφία ὁ Θεός οἰκονομεῖ γιά νά δώση καί σέ μᾶς παρηγοριά. Διότι αὐτοί οἱ κορυφαῖοι ἐάν ἔμπαιναν μέ τήν δύναμι τῆς ὁρμῆς τους μέσα στήν Ἐκκλησία, ποῦ θά ἤξεραν ὅτι ἐμεῖς οἱ ἀδύνατοι δέν ἠμποροῦμε τώρα νά κρατήσωμε; Μέ αὐτό τόν τρόπο συγκαταβαίνει ἡ θεία ἀγαθότης πρός τίς ἀδυναμίες τῶν ἀνθρώπων, ὥστε νά ἠμπορέσωμε καί ἐμεῖς νά φθάσωμε εἰς αὐτή. Κατεβαίνει ὁ Θεός γιά νά σηκωθοῦμε ἐμεῖς.
 http://amethystosbooks.blogspot.gr/

Πέμπτη, 28 Απριλίου 2016

ΟΜΙΛΙΑ ΕΙΣ ΤΗΝ ΜΕΓΑΛΗΝ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΝ ΦΟΒΕΡΑ ΚΑΤΑΔΙΚΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ Ἁγ. Ἰουστίνου Πόποβιτς


Ἁγ. Ἰουστίνου Πόποβιτς


   Ποτέ, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, δέν εἶχε λιγώτερο Θεό μέσα του ὁ ἄνθρωπος ἀπό σήμερα. Ποτέ λιγώτερος Θεός ἀπό σήμερα. Σήμερα ὁ διάβολος “σαρκώθηκε” μέσα στόν ἄνθρωπο, γιά νά ἀποσαρκώσῃ τόν Θεάνθρωπο. Σήμερα ὅλο τό κακό μπῆκε στό σῶμα τοῦ ἀνθρώπου, γιά νά ἀποδιώξῃ τόν Θεό ἀπό τό σῶμα. Σήμερα ὅλος ὁ Ἅδης μεταφέρθηκε στήν γῆ. Ποιός νά θυμᾶται ὅτι ἡ γῆ κάποτε ἦταν παράδεισος; Ἡ σημερινή πτῶσις τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἀσυγκρίτως μεγαλύτερη ἀπό τήν πρώτη πτῶσι [τοῦ Ἀδάμ]. Τότε ὁ ἄνθρωπος ἀποστάτησε ἀπό τόν Θεό, ἀλλά σήμερα ἐσταύρωσε τόν Θεό, σκότωσε τόν Θεό. Ἄνθρωπε, πῶς ἀλλοιῶς νά σέ ὀνομάσω παρά διάβολο; Μά καί αὐτό εἶναι ὕβρις γιά τόν διάβολο. Ὁ διάβολος ποτέ δέν ὑπῆρξε τόσο κακός, τόσο ἔντεχνα κακός ὅπως ὁ ἄνθρωπος. Ὁ Κύριος κατέβηκε καί στόν Ἅδη, μά ἐκεῖ δέν τόν ἐσταύρωσαν. Ἐμεῖς ὅμως τόν ἐσταυρώσαμε! Δέν εἶναι λοιπόν οἱ ἄνθρωποι χειρότεροι ἀπό τόν διάβολο; Δέν εἶναι ἡ γῆ χειρότερος Ἅδης ἀπό τόν Ἅδη; Ἀπό τόν Ἅδη δέν ἔδιωξαν τόν Χριστό, ἐνῶ οἱ ἄνθρωποι σήμερα τόν ἔδιωξαν ἀπό τήν γῆ, τόν ἔδιωξαν ἀπό τό σῶμα τους, ἀπό τήν ψυχή, ἀπό τήν πόλι τους…
   Στά κατάβαθα τῆς ψυχῆς μου, ἀδελφοί, κουλουριάσθηκε σάν φίδι ἕνα πονηρό ἐρώτημα καί χαιρέκακα μέ ἐρωτᾶ: Ὑπῆρξε ἄραγε ποτέ καλός ὁ ἄνθρωπος, ἀφοῦ μπόρεσε νά σταυρώσῃ τόν Χριστό;
  Ἐσύ [ὁ οὐμανιστής] πιστεύεις στόν ἄνθρωπο. Καυχιέσαι γι’ αὐτόν. Τοῦ δίνεις μεγάλη ἀξία; Ὤ…! κοίταξε τόν ἄνθρωπο, κοίταξέ τον τήν Μεγάλη Παρασκευή, κοίταξέ τον πῶς σκοτώνει τόν Θεάνθρωπο καί πές μου, ἀκόμη τοῦ δίνεις μεγάλη ἀξία; Δέν αἰσθάνεσαι ντροπή πού εἶσαι ἄνθρωπος; Δέν βλέπεις ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι χειρότερος ἀπό τόν διάβολο;
   Ξεχᾶστε ὅλες τίς ἡμέρες πρίν καί μετά τήν Μεγάλη Παρασκευή, δεῖτε τόν ἄνθρωπο στό πλαίσιο τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς. Δέν σᾶς φαίνεται ὁ ἄνθρωπος ἡ συμπύκνωσις ὅλων τῶν κακῶν, ὅλων τῶν πειρασμῶν, ὄλων τῶν ἀθλιοτήτων; Δέν δείχνει σήμερα ὁ ἄνθρωπος ὅτι ἡ γῆ ἀποτρελάθηκε; Δέν ἀπέδειξε σήμερα ὁ ἄνθρωπος ὅτι, σκοτώνοντας τόν Θεάνθρωπο εἶναι στ’ ἀλήθεια ἡ παραφροσύνη τῆς γῆς;
   Καί ἡ Μέλλουσα Κρίσις δέν θά εἶναι, ἀδελφοί, φοβερώτερη ἀπό τήν Μεγάλη Παρασκευή· δέν θά εἶναι. Ἀναμφίβολα θά εἶναι λιγώτερο φοβερή, διότι τότε ὁ Θεός θά κρίνῃ τόν ἄνθρωπο, ἐνῶ σήμερα ὁ ἄνθρωπος κρίνει τόν Θεό. Σήμερα εἶναι ἡ Φοβερά Καταδίκη τοῦ Θεοῦ· Τόν καταδικάζει ὁ ἄνθρωπος. Σήμερα ὁ ἄνθρωπος ὁρίζει ὅτι ὁ Θεός ἀξίζει τριάκοντα ἀργύρια. Ὁ Χριστός τριάκοντα ἀργύρια! Καί εἶναι τάχα ἡ τελευταία φορά; Μήπως ὁ Ἰούδας εἶναι ὁ τελευταῖος ἀπό ἐμᾶς πού ἀποτίμησε τόν Χριστό τριάκοντα ἀργύρια;
    Σήμερα ὁ ἄνθρωπος κατεδίκασε τόν Θεό σέ θάνατο. Αὐτή εἶναι ἡ μεγαλύτερη ἀνταρσία στόν οὐρανό καί στήν γῆ. Αὐτή εἶναι ἡ μεγαλύτερη ἁμαρτία στόν οὐρανό καί στήν γῆ.  Οὔτε οἱ πεπτωκότες ἄγγελοι δέν τό ἔκαναν αὐτό. Σήμερα ὡλοκληρώθηκε ἡ Φοβερά Δίκη κατά τοῦ Θεοῦ. Ποτέ δέν ὑπῆρξε πιό ἀθῶος κατάδικος. Ποτέ ὁ κόσμος δέν εἶδε πιό παράλογο δικαστή.
   Περιγελᾶται σήμερα ὁ Θεός χειρότερα ἀπό κάθε ἄλλη φορά. Ὁ «παγγέλαστος Ἅδης» μπῆκε σήμερα στόν ἄνθρωπο καί περιγέλασε τόν Θεό καί κάθε τι τό θεϊκό. Περιγελᾶται σήμερα Ἐκεῖνος πού δέν ἐγέλασε ποτέ. Λένε πώς ὁ Κύριος ποτέ δέν ἐγέλασε, ἐνῶ συχνά τόν ἔβλεπαν νά κλαίει. Ὀνειδίζεται σήμερα Ἐκεῖνος πού ἦρθε νά μᾶς δοξάσῃ. Βασανίζεται σήμερα Ἐκεῖνος πού ἦρθε νά μᾶς λυτρώσῃ ἀπό τά βάσανα. Παραδίδεται σήμερα σέ θάνατο Ἐκεῖνος πού ἔφερε τήν Αἰώνιο Ζωή. Ἄνθρωπε! ὑπάρχει τέλος στόν παραλογισμό σου; τέρμα στήν πτώση σου;
   Σέ Ἐκεῖνον πού μᾶς ἐδώρισε τήν αἰώνια δόξα, ἀντιπροσφέραμε τόν Σταυρό, τό πιό εἰδεχθές ἀντίδωρο. Ἐσύ ὁ λεπρός, γι’ αὐτό τοῦ δωρίζεις τόν Σταυρό, ἐπειδή σέ ἐκαθάρισε ἀπό τήν λέπρα; Ἐσύ ὁ τυφλός, γι’ αὐτό σοῦ ἄνοιξε τούς ὀφθαλμούς, γιά νἄχεις μάτια νά φτιάξῃς τόν Σταυρό καί νά Τόν σταυρώσῃς ἐπάνω σ’ Αὐτόν. Ἐσύ ὁ νεκρός, γι’ αὐτό σέ ἀνέστησε ἐκ νεκρῶν, γιά νά τόν στείλῃς στόν τάφο; Μέ χαρᾶς εὐαγγέλια ἐγλύκανε ὁ Γλυκύτατος Ἰησοῦς τό πικρό μυστήριο τῆς ζωῆς μας, ἀδελφοί, καί ἐμεῖς ἀντί αὐτῶν τοῦ προσφέρουμε τέτοια πίκρα;
            «Λαέ μου, τί ἐποίησά σοι, καί τί μοι ἀνταπέδωκας;»
    Ἡ Μεγάλη Παρασκευή εἶναι ἡ ντροπή μας, ἀδελφοί, τό ὄνειδος καί ἡ ἀποτυχία μας. Κατά κάποιον τρόπο στόν Ἰούδα τόν Ἰσκαριώτη ἔχει μερίδιο ἡ ψυχή ὅλων μας. Ἄν δέν ἦταν ἔτσι, θά ἤμασταν ἀναμάρτητοι. Διά τοῦ Ἰούδα ὅλοι μας πέσαμε, ὅλοι μας προδώσαμε τόν Χριστό, ὅλοι μας καταλιμπάνουμε τόν Χριστό καί παραλαμβάνουμε τόν διάβολο, ἐναγκαλιζόμεθα τόν σατανᾶ. Ναί, τόν σατανᾶ. Γιατί στό ἱερό Εὐαγγέλιο γράφει: «καί μετά τό ψωμίον τότε εἰσῆλθεν εἰς ἐκεῖνον [τόν Ἰούδα] ὁ σατανᾶς» (Ἰω. ιγ΄ 27). Μετά ἀπό ποιό ψωμί; Μετά ἀπό ἐκεῖνο πού τοῦ ἔδωσε ὁ Χριστός· μετά πού Κοινώνησε· μετά πού πῆρε τόν Χριστό. Ἄχ, ὑπάρχει μεγαλύτερη πτῶσις, μεγαλύτερη φρίκη;
   Ὤ φιλαργυρία, ἐσύ πρόδωσες τόν Χριστό! Ἐσύ καί σήμερα τόν προδίδεις. Τόν Ἰούδα, πού ἦταν μαθητής τοῦ Χριστοῦ, πού ἐπί τρία χρόνια ἦταν μαζί Του, πού ἦταν παρών σέ ὅλα τά θαύματα τοῦ Χριστοῦ, πού στό ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ καθάριζε λεπρούς, θεράπευε ἀρρώστους, ἀνάσταινε νεκρούς, ἔδιωχνε ἀκάθαρτα πνεύματα, αὐτόν τόν Ἰούδα ἡ φιλαργυρία τόν ἔκανε προδότη καί Χριστοκτόνο. Πῶς λοιπόν νά μή κάνῃ καί μένα καί σένα προδότη καί Χιστοκτόνο, ἐμένα πού δέν εἶδα ἐπί τρία χρόνια τόν Θεό ἐν σαρκί, πού δέν λεπρούς ἐκαθάρισα στό ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ, οὔτε ἀσθενεῖς ἐθεράπευσα οὔτε νεκρούς ἀνέστησα; Ὁ Ἰούδας τόσον καιρό ἦταν μαζί μέ Ἐκεῖνον πού δέν εἶχε ποῦ τήν κεφαλήν κλίνῃ, μαζί μέ Ἐκεῖνον πού καί μέ ἔργα καί μέ λόγια ἐδίδαξε πώς δέν πρέπει νά ἔχουμε πάνω μας οὔτε ἄργυρο οὔτε χρυσό. Ἐνῶ ἐγώ; Ἐνῶ ἐσύ; Δέν ξέρεις νά χαίρεσαι μέ τήν φτώχεια, ἀδελφέ, νά εἶσαι χαρούμενος μέ τήν φτώχεια; Ἔχε ὑπ’ ὄψιν σου πώς εἶσαι ὑποψήφιος Ἰούδας. Μή ρωτᾶς: «μή τι ἐγώ Κύριε;», διότι ἀναμφίβολα θά ἀκούσῃς τήν ἀπάντησι: ναί, «σύ εἶπας». Λαχταρᾶς τά πλούτη; Ἄναψε μέσα σου ἐπιθυμία γιά χρήματα; Νά ξέρεις ὅτι μέσα σου κυοφορεῖται ὁ Ἰούδας. Φίλε μου καί ἀδελφέ μου, μή ξεχνᾶς σέ ὅλη σου τήν ζωή: ἡ φιλαργυρία σταύρωσε τόν Χριστό, σκότωσε τόν Θεό· ἡ φιλαργυρία ἔκανε τόν μαθητή τοῦ Χριστοῦ ἐχθρό τοῦ Χριστοῦ, φονιά τοῦ Χριστοῦ. Καί ὄχι μόνο αὐτό: ἡ ἴδια σκότωσε καί τόν Ἰούδα. Ἡ φιλαργυρία ἔχει ἐκεῖνο τό καταραμένο ἰδίωμα, νά κάνει τόν ἄνθρωπο ὄχι μόνο Χριστοκτόνο ἀλλά καί αὐτο-κτόνο. Αὐτή σκοτώνει πρῶτα μέσα στήν ἀνθρώπινη ψυχή τόν Θεό καί ὕστερα σκοτώνει τόν ἴδιο τόν ἄνθρωπο.
   Ὁ θάνατος εἶναι φοβερό μυστήριο, ἀδελφοί. Πιό φοβερό ὅμως εἶναι νά παραδίδουν οἱ ἄνθρωποι τόν Θεό σέ θάνατο καί νά ἐπιθυμοῦν νά τόν ἐξαφανίσουν ἐντελῶς. Σήμερα οἱ ἄνθρωποι ἔγιναν φοβεροί γιά τόν Θεό, γιατί βασανίζουν τόν Θεό ὅπως κανείς ποτέ δέν Τόν βασάνισε· φτύνουν τόν Θεό ὅπως κανείς ποτέ δέν τόν ἔφτυσε· σκοτώνουν τόν Θεό ὅπως κανείς ποτέ δέν τόν ἐσκότωσε. «Σιγησάτω πᾶσα σάρξ βροτεία»! Κανείς νά μή καυχιέται γιά τόν ἄνθρωπο, κανείς νά μή καυχιέται γιά τήν ἀνθρωπότητα, διότι ἰδού! ἡ ἀνθρωπότης δέν ἀνέχεται τόν Θεό ἀνάμεσά της· τόν παραδίδει σέ θάνατο. Τί νά καυχηθῇς γιά μιά τέτοια ἀνθρωπότητα; Κανείς νά μή καυχιέται γιά τόν οὐμανισμό, γιατί εἶναι μόνο σατανισμός, σατανισμός, σατανισμός…
   Σήμερα ὄχι δαίμονες, ὄχι θηρία, ὄχι τσακάλια, ἀλλά ἄνθρωποι ἔπλεξαν ἀκάνθινο στεφάνι καί τό φόρεσαν στήν κεφαλή τοῦ Χριστοῦ. Μέ ἀκάνθινο στεφάνι στολίζουν Ἐκεῖνον πού ἐστόλισε τόν ἄνθρωπο μέ ἀθανασία. Ἀκάνθινο στεφάνι πλέκει ἡ ἀνθρωπότης γύρω ἀπό τήν κεφαλή Ἐκείνου πού περιέβαλλε τήν γῆ μέ στεφάνι ἀπό ἀστέρια! Ἀκάνθινο στεφάνι πλέκουμε γιά τόν Χριστό, καί ἐγώ καί ἐσύ φίλε, ἄν εἶμαι φιλάργυρος, ἄν εἶμαι πόρνος, ἄν εἶμαι μοιχός, ἄν εἶμαι βλάσφημος, ἄν εἶμαι συκοφάντης, ἄν εἶμαι κατάλαλος, ἄν εἶμαι μέθυσος, ἄν εἶμαι ἀνελεήμων, ἄν εἶμαι θυμώδης, ἄν κάνω ἁμαρτωλές σκέψεις, ἄν ἔχω ἀκάθαρτα αἰσθήματα, ἄν δέν ἔχω πίστι, ἄν δέν ἔχω ἀγάπη. Κάθε μου ἁμαρτία, κάθε μας ἁμαρτία, εἶναι ἀγκάθι στό καταραμένο στεφάνι πού ἡ παραλογιασμένη ἀνθρωπότητα πλέκει ἀδιάκοπα γύρω ἀπό τήν κεφαλή τοῦ Χριστοῦ.
   Ὁ ἄνθρωπος βασανίζει τόν Θεό πιό ἀνοικτίρμονα καί ἀπό τόν διάβολο. Δέν τό πιστεύετε; Ἀκοῦστε τί λέει ἕνας αὐτόπτης: «τότε ἐνέπτυσαν εἰς τό πρόσωπον αὐτοῦ» (Ματθ. κστ΄ 67), στό ἐξαίσιο καί ὡραιότατο Πρόσωπό Του… Κύριε, πῶς τά χείλη τους δέν γέμισαν λέπρα καί πληγές; Ἀσφαλῶς, γιά νά διδαχθοῦμε ἐμεῖς τήν ὑπομονή καί τήν πραότητα. Ἔφτυσαν σ’ ἐκεῖνο τό θαυμαστό, τό γλυκύ Πρόσωπο, τό ὁποῖο ἀξίζει πιό πολύ ἀπ’ ὅλους τούς γαλαξίες, ἀπ’ ὅλες τίς μακαριότητες. Τί λέγω; Μάλιστα! περισσότερο ἀπό ὅλες τίς μακαριότητες, διότι σ’ αὐτό τό πρᾶο Πρόσωπο ὑπάρχει ὅλη ἡ αἰωνία θεότης, ὅλη ἡ αἰωνία χαρά… Ἔφτυσαν σ’ ἐκεῖνο τό φωτεινό Πρόσωπο, μπροστά στό ὁποῖο ἡ θάλασσα γαλήνεψε· σ’ ἐκεῖνο τό Πρόσωπο πού εἰρήνευσε ταραγμένες ψυχές καί χορήγησε σέ ὅλους τήν ἀνάπαυσι.
   Καί σεῖς πλέκετε ἐγκώμια στόν ἄνθρωπο; Ὤ, χαμηλῶστε τούς τόνους οὐτιδανοί… σκουλήκια! Κανείς καί τίποτα δέν πρέπει νά ντρέπεται τόσο, ὅσο ὁ ἄνθρωπος, οὔτε οἱ δαίμονες, οὔτε τά θηρία, οὔτε τά κτήνη… Οἱ ἄνθρωποι φτύνουν τόν Θεό! Ὑπάρχει πιό φοβερό ἀπό αὐτό; Οἱ ἄνθρωποι σκοτώνουν τόν Θεό. Ὑπάρχει πιό σατανικό ἀπό αὐτό; Ἀδελφοί, ἄν δέν ὑπάρχει κόλασις, ἔπρεπε νά ἐπινοήσουμε μία γιά τούς ἀνθρώπους, ναί γιά τούς ἀνθρώπους…
Ἐκεῖνον, τόν Δημιουργό καί Σωτῆρα, τόν φτύνουν καί τόν φονεύουν, ἐνῶ Ἐκεῖνος ταπεινά καί σιωπηλά τά ὑπομένει ὅλα. Ποιά δικαιολογία ἔχεις ἐσύ πού σέ κάθε ὕβρι ἀνταποδίδεις ὕβρι, σέ κάθε κακό κακό, στό μίσος μίσος; Ὅταν ἀνταποκρίνεσαι μέ κακία στήν κακία, φτύνεις τόν Δεσπότη Χριστό· ὅταν μισῇς αὐτούς πού σέ μισοῦν, φονεύεις τόν Χριστό καί τόν βασανίζεις· ὅταν ὑβρίζῃς αὐτούς πού σέ ὑβρίζουν, ἐξευτελίζεις τόν Χριστό, ἀφοῦ Ἐκεῖνος δέν ἔκανε τό ἴδιο.
    Παρέδωκε ὁ Πιλᾶτος τόν πρᾶο Κύριο, ἵνα σταυρωθῇ (Ἰω. ιθ΄ 16). Οἱ ἄνθρωποι τόν ὁδηγοῦν ἀπό τελώνιο σέ τελώνιο, ἀπό βάσανο σέ βάσανο, ἀπό χλεύη σέ χλεύη. Καί τόν ἐχλευασμένο Θεό τόν σταυρώνουν, τόν καρφώνουν στόν Σταυρό.
    Καρφιά ἐμπήγετε στά χέρια τοῦ Χριστοῦ, στά χέρια πού τόσους ἀρρώστους ἐθεράπευσαν, τόσους λεπρούς ἐκαθάρισαν, τόσους νεκρούς ἀνέστησαν; Πῶς νά σιωπήσουν τά χείλη πού μίλησαν ὅπως κανείς ποτέ ἄλλος ἄνθρωπος; Ἰάειρε, ποῦ εἶσαι; Λάζαρε, ποῦ εἶσαι; Χήρα τῆς Ναΐν, ποῦ εἶσαι νά ὑπερασπισθῇς τόν δικό σου καί δικό μου Κύριο; Σταυρώνετε [ἄνθρωποι] Ἐκεῖνον, τήν ἐλπίδα τῶν ἀπηλπισμένων, τήν παρηγορία τῶν ἀπαρακλήτων, τόν ὀφθαλμό τῶν τυφλῶν, τό οὖς τῶν κωφῶν, τήν ἀνάστασι τῶν νεκρῶν; Καρφιά ἐμπήγετε σέ ἐκεῖνα τά ἅγια πόδια, πού ἔφεραν τήν εἰρήνη, πού ἔφεραν τό εὐαγγέλιο, πού περιεπάτησαν στήν θάλασσα σάν νἆταν ξηρά, πού ἔτρεξαν σέ ὅλους τούς ἀρρώστους, στόν νεκρό Λάζαρο, στόν δαιμονισμένο τῶν Γαδαρηνῶν;
  Σταυρωμένος Θεός. Ἱκανοποιηθήκατε θεομάχοι; χαρήκατε θεοκτόνοι; Τί νομίζετε πώς εἶναι ὁ Χριστός πάνω στόν Σταυρό; Ἀπατεώνας; ἀδύναμος; σκανδαλοποιός; «Ὁ καταλύων τόν ναόν καί ἐν τρισίν ἡμέραις οἰκοδομῶν, σῶσον σεαυτόν, εἰ υἱός εἶ τοῦ Θεοῦ, καί κατάβηθι ἀπό τοῦ σταυροῦ» (Ματθ. κζ΄ 40).
   Τί ὅμως σκέπτεται ὁ Κύριος ἐπί τοῦ Σταυροῦ γιά τούς ἀνθρώπους πού εἶναι κάτω ἀπό τόν Σταυρό; Ἐκεῖνο πού μόνο ὁ Θεός τῆς ἀγάπης καί τῆς πραότητος μπορεῖ νά σκέπτεται: «Πάτερ, ἄφες αὐτοῖς, οὐ γάρ οἴδασι τί ποιοῦσι!» (Μάρκ. κγ΄ 34).
     Πραγματικά, δέν ξέρουν τί κάνουν στόν σεσαρκωμένο Θεό.
το είδαμε εδώ
 http://amethystosbooks.blogspot.gr/

Ὑποκρισία: Τό Κέλυφος τοῦ Θανάτου Τοῦ Ἐπισκόπου Νικολάου Βελιμίροβιτς

 Red-Easter-Eggs
ΠΟΣΟ ΟΜΟΡΦΑ ὁ λαός μας στά Βαλκάνια διακοσμεῖ αὐγά! Τόσο πιό ὄμορφα γιά νά στολίση τό Πάσχα. Γιά νά αὐξήση τήν χαρά τοῦ Πάσχα. Γιά νά κάνη τούς φιλοξενουμένους του πιό εὐτυχεῖς. Κάποτε μάλιστα τά βαμμένα αὐγά ἀποτελοῦν πραγματικά ἔργα τέχνης. Ἄν τά βαμμένα αὐγά διατηρηθοῦν πάρα πολύ, σαπίζουν ἐσωτερικά καί ἀναδίδουν μιά ἀνυπόφορη δυσοσμία ἤ στό τέλος στεγνώνουν ἐντελῶς. Τότε εἶναι πού τό χρωματισμένο κέλυφος διατηρεῖ μέσα του τόν θάνατο. Πιό φοβερή εἶναι ἡ εἰκόνα τοῦ Ἰησοῦ γιά τούς ὑποκριτές, οἱ ὁποῖοι εἶναι ὅμοιοι «τάφοις κεκονιαμένοις, οἵτινες ἔξωθεν μέν φαίνονται ὡραῖοι, ἔσωθεν δέ γέμουσιν ὀστέων νεκρῶν καί πάσης ἀκαθαρσίας» (Ματθ. κγ´ 27). «Προσέχετε τήν ἐλεημοσύνην ὑμῶν μή ποιεῖν ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων πρός τό θεαθῆναι αὐτοῖς.εἰ δέ μήγε, μισθόν οὐκ ἔχετε παρά τῷ πατρί ὑμῶν τῷ ἐν τοῖς οὐρανοῖς» (Ματθ. στ´ 1). Ἡ δικαιοσύνη πού εἶναι εὐάρεστη στόν Θεό, ὅπως ἀπεκαλύφθη ἀπό τόν Ἰησοῦ στό Ὄρος τῶν Μακαρισμῶν, εἶναι ἡ ἀκόλουθη: ἔλεος, προσευχή, ἐμπιστοσύνη καί πίστι στόν Θεό ὡς τόν μόνο Κύριο, ἔλλειψις στενοχώριας γιά τήν αὔριο, ἀναζήτησις πρίν ἀπό ὁ,τιδήποτε ἄλλο τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ, ὕπαρξις πίστεως πού νά λαμβάνη ἀπό τόν Θεό ὅ,τι θέλει, νά βρίσκη ὅ,τι ζητᾶ, νά ἀνοίγη μιά κλειστή θύρα.καί ἐπίσης: νά μή κρίνης αὐστηρά, νά μή μετρᾶς μέ ψεύτικο μέτρο, ὥστε νά μή σοῦ συμβῆ παρομοίως.νά μή κοιτᾶς τό κάρφος στό μάτι τοῦ ἀδελφοῦ σου, ἐνῶ ὑποκριτικά κρύβεις τό δοκάρι στό δικό σου μάτι.νά κάνης στόν συνάνθρωπό σου ὅ,τι θά ἤθελες νά σοῦ κάνουν.ὄχι φόβος τῆς στενῆς, ἀλλά καθαρῆς καί ἁγίας ὁδοῦ, ἡ ὁποία ὁδηγεῖ στήν ζωή, καί ἀποφυγή τῆς ἄνετης καί εὔκολης καί πλατειᾶς ὁδοῦ, ἡ ὁποία ὁδηγεῖ στόν θάνατο.ἀπόδοσις ἀγαθῶν καρπῶν στόν Θεό τόν Οἰκοκύρη, ὁ Ὁποῖος σέ φύτευσε σάν καλό δένδρο.ὄχι ὑπερηφάνια γιά τά μεγάλα σου ἔργα, ἀλλά ἐπιτέλεσις τοῦ κάθε πράγματος σύμφωνα μέ τό θέλημα τοῦ Πατρός ἡμῶν τοῦ ἐν τοῖς οὐρανοῖς.ἐκπλήρωσις στήν πρᾶξι ὅλων τῶν παραγγελιῶν τοῦ Χριστοῦ, καί μέ τόν τρόπο τοῦτο ἀνέγερσις τοῦ οἴκου τῆς αἰωνιότητός σου, ὅπως ἕνας σοφός ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος κτίζει τό σπίτι του ὄχι στήν ἄμμο, ἀλλά στόν βράχο, ὥστε οὔτε οἱ καταιγίδες, οὔτε οἱ ἄνεμοι, οὔτε οἱ βροχές νά μποροῦν νά τό βλάψουν (βλ. Ματθ., κεφ. ζ´ 24-25). Οἱ Φαρισσαῖοι, οἱ Γραμματεῖς καί ὑποκριτές, κάνουν καθετί ἀντίθετο ἀπό τούς Λόγους καί τήν σοφία τοῦ Θεοῦ. Ὅταν ἐλεοῦν, τό κάνουν στά κεντρικά μέρη καί στίς ὁδούς καί δέν τό κάνουν αὐτό γιά τήν δόξα τοῦ Θεοῦ, οὔτε γιά νά βοηθήσουν τούς πτωχούς, ἀλλά μόνον γιά νά τούς ἰδοῦν οἱ ἄνθρωποι. Ὅταν προσεύχωνται στόν Θεό, προσεύχονται στούς δρόμους, μόνον γιά νά τούς ἰδοῦν οἱ ἄνθρωποι. Ὅταν νηστεύουν, κάνουν τά πρόσωπα τους νά φαίνωνται ἄσχημα καί ἀτημέλητα καί χλωμά, ὥστε καί πάλι νά τούς ἰδοῦν οἱ ἄνθρωποι. Ἀλλοίμονον! Κάνουν τά πάντα μόνον γιά νά τούς ἰδοῦν οἱ ἄλλοι, ὅτι εἶναι δῆθεν ἐλεήμονες, προσευχητικοί καί μεγάλοι νηστευτές. Τά κάνουν ὅλα αὐτά καί τά κάνουν καί σήμερα γιά δύο λόγους: γιά νά λάβουν ἀπό τούς ἀνθρώπους δόξα καί χρήματα. Ὅσο γιά τόν Θεό, δέν τόν ὑπολογίζουν καθόλου, σάν νά μήν ὑπάρχη. Στήν πραγματικότητα, οἱ ὑποκριτές εἶναι οἱ πιό ἐντελῶς ἄθεοι ἄνθρωποι. Ἐξαπατώντας τούς ἀνθρώπους, λαμβάνουν αὐτό πού θέλουν, καί αὐτό εἶναι ἡ τελική πληρωμή τους. Ἀπό τόν Θεό δέν ἔχουν νά περιμένουν τίποτε, ἐπειδή δέν Τόν χρέωσαν μέ καμμιά ἀπό τίς πράξεις τους, ἀλλά ἐπέσυραν μόνον τήν ὀργήν Του. Γι᾿ αὐτούς εἶπε ὁ Κύριος: «ἐγγίζει μοι ὁ λαός οὗτος ἐν τῷ στόματι αὐτοῦ καί ἐν τοῖς χείλεσιν αὐτῶν τιμῶσί με, ἡ δέ καρδία αὐτῶν πόρρω ἀπέχει ἀπ᾿ ἐμοῦ» (Ἡσ. κθ´ 13). Ἐφ᾿ ὅσον δέν τηροῦν τό θέλημα τοῦ Θεοῦ Πατρός, τηροῦν τό θέλημα τοῦ πατρός τοῦ ψεύδους. Ὁ πατέρας ὅλων τῶν ψευδῶν, ὁ διάβολος, τούς διδάσκει ὅτι εἶναι κανονικό, φυσικό καί λογικό νά κάνουν ἔτσι, καί ὅτι καί ἄλλοι πρίν ἀπό αὐτούς ἔκαναν ὁμοίως καί ἔζησαν θαυμάσια, κερδίζοντας ἀπό τούς ἀνθρώπους δόξα καί πλούτη. Αὐτή εἶναι ἡ καταστροφική ὁδός τοῦ κόσμου, καί ὅμως αὐτοί δέν τήν ἐγκαταλείπουν, χάριν τοῦ κόσμου. Αὐτοί, ἄθλιοι καθώς εἶναι, δέν αἰσθάνονται πόσο πολύ ὁ σατανᾶς τούς ἔχει ἐξαπατήσει μέ τέτοια ψεύδη καί πόσο πολύ ἔχει μολύνει καί ἀποξηράνει τίς καρδιές τους, πού ἀκόμη καί οἱ Ἄγγελοι τοῦ Θεοῦ γυρίζουν μέ ἀποστροφή τά πρόσωπά τους ἀπό τήν δυσωδία τῶν ψυχῶν τους. Ὁλόκληρη ἡ ἐξωτερική τους, περιποιημένη ἐμφάνισις, εἶναι μόνον τό χρωματισμένο κέλυφος τοῦ θανάτου, ἕνας ἀσβεστωμένος τάφος. Ὅταν τούς βρῆ αὐτό πού λέμε θάνατος, ἀλλοίμονον! Αὐτό πού θά τούς ἔλθη τότε εἶναι ἡ βεβαίωσις καί ἡ σφραγίδα τῆς ἤδη ἀπό μακροῦ νεκρωμένης τους ψυχῆς. Ἀλλά σεῖς, μήν εἶσθε ὅπως οἱ ὑποκριτές, διδάσκει ὁ Χριστός τούς ἀνθρώπους. Μήν εἶσθε σάν τούς ὑποκριτές, ὅταν ἀγαθοεργῆτε.«σοῦ δέ ποιοῦντος ἐλεημοσύνην μή γνώτω ἡ ἀριστερά σου τί ποιεῖ ἡ δεξιά σου» (Ματθ. στ´ 3). Μήν εἶσθε ὑποκριτές, ὅταν προσεύχεσθε στόν Θεό: «σύ δέ ὅταν προσεύχῃ, εἴσελθε εἰς τό ταμιεῖόν σου, καί κλείσας τήν θύραν σου πρόσευξαι τῷ πατρί σου τῷ ἐν τῷ κρυπτῷ καί ὁ πατήρ σου ὁ βλέπων ἐν τῷ κρυπτῷ ἀποδώσει σοι ἐν τῷ φανερῷ» (Ματθ. στ´ 6). Μήν εἶσθε σάν τούς ὑποκριτές, ὅταν νηστεύετε: «σύ δέ νηστεύων ἄλειψαί σου τήν κεφαλήν καί τό πρόσωπόν σου νίψαι, ὅπως μή φανῇς τοῖς ἀνθρώποις νηστεύων, ἀλλά τῷ πατρί σου ἐν τῷ κρυπτῷ, καί ὁ πατήρ σου ὁ βλέπων ἐν τῷ κρυπτῷ ἀποδώσει σοι ἐν τῷ φανερῷ» (Ματθ. στ´ 18).«οὐ γάρ ἐστι κρυπτόν ὅ ἐάν μή φανερωθῇ, οὐδέ ἐγένετο ἀπόκρυφον ἀλλ᾿ ἵνα ἔλθῃ εἰς φανερόν» (Μάρκ. δ´ 22). Ὁ Θεός θά σοῦ ἀποκαλύψη μεγάλα μυστικά, τότε πού ἐσύ δέν θά τό περιμένης. Οἱ Προφῆτες καί οἱ Δίκαιοι τό ἤξεραν αὐτό, ἀλλά οἱ Γραμματεῖς καί οἱ Φαρισαῖοι δέν τό ἤξεραν, καί οὔτε τό ξέρουν ἀκόμη καί σήμερα. Οἱ Προφῆτες καί οἱ Δίκαιοι ἐφοβοῦντο τόν Θεό καί ἀγαποῦσαν τόν λαό τους, ἐνῶ οἱ Φαρισαῖοι καί οἱ Γραμματεῖς, οἱ ὑποκριτές, δέν φοβοῦνται τόν Θεό καί μισοῦν τόν λαό τους. Ὁ Ἰησοῦς εὐσπλαγχνίζετο μέχρι δακρύων τόν λαόν Του (βλ. Ματθ. ιε´ 32.Μάρκ. η´ 2), τόν ὁποῖον οἱ Ἀρχιερεῖς καί οἱ Ἄρχοντες ἐξαπατοῦσαν, ὕβριζαν καί ἐκδικοῦνταν χωρίς ἔλεος. Σέ προηγούμενό Του κήρυγμα, ὁ Χριστός κήρυξε ἀνοικτά πόλεμο κατά τῆς ὑποκρισίας τους. Καθώς ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ ἦταν μεταξύ τῶν ἀνθρώπων καί ὁ καιρός περνοῦσε, αὔξανε τόν πόλεμό Του κατά τῆς ὑποκρισίας ἐξευτελίζοντάς την, καί τῆς ὑποκρισίας τῶν θρηκευτικῶν ἀρχηγῶν τοῦ καιροῦ ἐκείνου, ἐξευτελίζοντάς τους ἐνώπιόν τους καί ἐνώπιον ὅλου τοῦ λαοῦ Του. Ποτέ δέν ἐξευτέλισε ὁποιουσδήποτε ἁμαρτωλούς τόσο πολύ, ὅσο ἐξευτέλισε τούς ὑποκριτές. Τελικά, ὁ ἐξευτελισμός τῆς ὑποκρισίας ἀπό τόν Ἰησοῦ, κοντά στό τέλος πλεόν τῆς ἐπιγείου παραμονῆς Του, μετεβλήθη σέ φοβερή βροντή, ἡ ὁποία κυριολεκτικά ἄστραψε καί βρόντηξε. Δέν πρέπει νά ξαφνιάζη τοῦτο αὐτούς πού γνωρίζουν, ὅτι ὁ Ἰησοῦς δέν ἀπευθύνθηκε μόνον σέ μιά γενιά ἀνθρώπων, αὐτήν τῆς ἐποχῆς Του, ἀλλά πρός ὅλες τίς γενεές ἕως τέλους τοῦ κόσμου. Καθώς ἐξευτέλιζε τούς Ἰουδαίους ὑποκριτές πρόσωπο πρός πρόσωπο, ἐξευτέλιζε ὅλους τούς ὑποκριτές ὅλων τῶν ἐποχῶν ὅλων τῶν γενεῶν. Γιατί ἆραγε ὁ Ἰησοῦς κτύπησε τόσο σκληρά καί ἀνελέητα εἰδικά τήν ὑποκρισία; Διότι, ἡ ὑποκρισία εἶναι ἕνα σατανικό ψέμα, ἡ ὑποκρισία εἶναι σατανική ἐξ ἀρχῆς.εἶναι τό ζιζάνιο πού ἔσπειρε ὁ σατανᾶς σέ ὅλες τίς σοδειές τοῦ Θεοῦ στήν γῆ: στήν καρδιά τοῦ ἀνθρώπου, στό σπίτι του, στόν γάμο του, στήν παρέα των φίλων του, στόν λαό του καί στό ἔθνος, στήν πολιτική καί στό ἐμπόριο, στήν λύπη καί στήν χαρά, παντοῦ, σέ ὅλες τίς ἐποχές καί τούς πολιτισμούς. Κανένας πολιτισμός δέν κατάφερε νά ξερριζώση τό ζιζάνιο τῆς ὑποκρισίας, ἀλλά αὐτό κατώρθωσε νά ἀφανίση πολλούς ἀπό αὐτούς. Ἄν ἕνας πολιτισμός ἔλαμπε μέ ἐξωτερική αἴγλη, ὅπως ὁ Εὐρωπαϊκός καί ὁ Ἰαπωνικός, αὐτό δέν σημαίνει ὅτι εἶχε καταστρέψει τήν ὑποκρισία, παρά ὅτι τήν εἶχε ἀποκρύψει πιό ἐπιδέξια κάτω ἀπό τό κέλυφός του, πού δέν εἶχε γραμμένο πάνω τό ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὅπως συμβαίνει μέ τά Πασχαλινά αὐγά στά Βαλκάνια. Μᾶλλον, ἔγραφε στό δικό του κέλυφος: εὐγένεια, τρόποι, σοφιστεία, λόγους δηλαδή πού οἱ δαίμονες δέν φοβοῦνται, καί ἔτσι τό ζιζάνιο τῆς ὑποκρισίας, ἀνεμπόδιστο, βλάστανε ὀργιαστικά. Ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ὁ ἐνσαρκωμένος Λόγος τοῦ Θεοῦ, διεκήρυξε ἐξ ἀρχῆς δύο πολέμους: κατά τού σατανᾶ καί κατά τῆς ὑποκρισίας. Οἱ ἄνθρωποι Τόν ἀγαποῦσαν καί Τόν τιμοῦσαν μέ τεράστιο θεοφοβούμενο σεβασμό, ὡς Σωτῆρα. «Ἦν γάρ διδάσκων αὐτούς ὡς ἐξουσίαν ἔχων, καί οὐχ ὡς οἱ γραμματεῖς» (Ματθ. ζ´ 29). Πηγή: agiameteora.net
http://www.eikonografies.com/?p=17080
 https://www.facebook.com/eikonografies/?fref=nf

Ο Χριστός στο Γολγοθά -(Αγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς)



Ο Χριστός στο Γολγοθά! Ο Σωτήρας μας στο σταυρό! Ο Δίκαιος πάσχει! Εκείνος που αγαπά ολόκληρο το ανθρώπινο γένος, θανατώνεται από ανθρώπους! Όποιος έχει συνείδηση, ας ντραπεί! Όποιος έχει καρδιά, ας θρηνήσει! Όποιος έχει νου, ας κατανοήσει! […]
Ο καλός Σαμαρείτης που έσωσε την ανθρωπότητα από τις πληγές που της είχαν προξενήσει οι ληστές, έπεσε ο ίδιος στα χέρια τους. Γύρω από τον Κύριο υπήρχαν επτά είδη κακούργων. Το πρώτο είδος αντιπροσωπεύει ο Σατανάς, το δεύτερο οι πρεσβύτεροι και οι άρχοντες του Ισραηλινού λαού, το τρίτο ο Ιούδας, το τέταρτο ο Πιλάτος, το πέμπτο ο Βαραββάς, το έκτο ο αμετανόητος ληστής που συσταυρώθηκε μαζί Του και το έβδομο ο ληστής που μετάνιωσε. Ας σταματήσουμε για λίγο κι ας ατενίσουμε τη συντροφιά αυτή των κακούργων. Ανάμεσά τους στέκεται ο Υιός του Θεού, σταυρωμένος, πληγωμένος κι αιμόφυρτος.
Το πρώτο είδος είναι ο σατανάς. Είναι εκείνος που θέλει να κάνει το μεγαλύτερο κακό στο ανθρώπινο γένος. Είναι ο πατήρ του ψεύδους, ο κακούργος των κακούργων. Οι πειρασμοί που χρησιμοποιεί για να πειράξει τους ανθρώπους και να τους κάνει κακό είναι δυό ειδών: τους πειράζει με τις ανέσεις και με τα βάσανα. Στην αρχή πείραξε τον Κύριο στο Όρος των Πειρασμών με την υπόσχεση ανέσεων, με δύναμη και πλούτο· τώρα, στο τέλος, τον πειράζει με τα βάσανα, με το πάθος. Όταν κατατροπώθηκε στον πρώτο πειρασμό, άφησε τον Κύριο, έφυγε μακριά Του. Δεν τον εγκατέλειψε τελείως όμως, αλλά προς καιρόν. Όπως αναφέρει το ευαγγέλιο, «ο διάβολος απέστη απ’ αυτού άχρι καιρού» (Λουκ.8’13).
Ο καιρός αυτός πέρασε και τώρα ξαναπαρουσιάζεται. Αυτή τη φορά δε χρειάζεται να εμφανιστεί φανερά, ανοιχτά. Τώρα δουλεύει με ανθρώπους. Χρησιμοποιεί τους υιούς του σκότους που, τυφλωμένοι από την εκτυφλωτική λάμψη του Χριστού, παραδίδονται στα χέρια του Σατανά. Κι αυτός τους χρησιμοποιεί σαν όπλο εναντίον του Κυρίου Χριστού. Είναι κοντά τους όμως, είναι δίπλα σε κάθε γλώσσα που βλασφημεί το Χριστό, σε κάθε στόμα που φτύνει το πάντιμο πρόσωπό Του, σε κάθε χέρι που τον μαστιγώνει και του βάζει το αγκάθινο στεφάνι, σε κάθε καρδιά που φλέγεται από φθόνο και μίσος εναντίον Του.
Το δεύτερο είδος είναι μια ομάδα κακούργων, είναι οι πρεσβύτεροι του Ισραήλ και οι πολιτικοί, θρησκευτικοί και πνευματικοί άρχοντες. Είναι οι γραμματείς και οι φαρισαίοι, οι σαδδουκαίοι κι οι ιερείς, με το βασιλιά Ηρώδη επικεφαλής. Ο φθόνος κι ο φόβος τους έσπρωξε να εγκληματήσουν στον Κύριο. Τους κατέτρωγε ο φθόνος γιατί ο Κύριος ήταν ισχυρότερος, σοφότερος, και καλλίτερος απ’ αυτούς.
Είχαν φόβο για τη θέση τους, για την εξουσία, για τη δόξα και τον πλούτο, σε περίπτωση που οι άνθρωποι θα τάσσονταν με το Χριστό. Γι’ αυτό και κραύγαζαν, «θεωρείτε ότι ουκ ωφε­λείτε ουδέν; ίδε ο κόσμος οπίσω αυτού απήλθεν» (Ιωάν. ιβ’ 19). Ήταν από το φόβο, την αδυναμία και το φθόνο τους,
Ποιό ήταν το χειρότερο από τα κακουργήματά τους ενάντια στον Κύριο;
Το ότι τον συνέλαβαν και τον θανάτωσαν χωρίς νόμιμη δίκη και καταδίκη. Αναφέρεται στο ευαγγέλιο: «Τότε συνήχθησαν οι αρχιερείς και οι γραμματείς και οι πρεσβύτεροι του λαού εις την αυλήν του αρχιερέως του λεγομένου Καϊάφα, και συνεβουλεύσαντο ίνα τον Ιησούν δόλω κρατήσωσι και αποκτείνωσιν» (Ματθ. κστ’ 3-4). Δε συζητούν μεταξύ τους τί κατηγορίες να του προσάψουν και πώς θα τον σύρουν στο δικαστήριο, αλλ’ ίνα τον Ιησοϋν δόλω κρατήσωσι και αποκτείνωσιν. Το μόνο που τούς ενδιαφέρει είναι να τον συλλάβουν με δόλιο τρόπο και να τον θανατώσουν. Όταν ο νομοταγής Νικόδημος τους συμβουλεύει πως στον Κύριο πρέπει πρώτα να δοθεί ακρόαση στο δικαστήριο, για να του γνωρίσουν σε τί τον κατηγορούν, απορρίπτουν την εισήγησή του με δυσαρέσκεια και ειρωνικά χαμόγελα.
Τρίτος κακούργος ήταν ο Ιούδας, ο φαινομενικός απόστολος αλλά στην ουσία επαίσχυντος προδότης. Ο Σατανάς συμμετείχε στην άδικη αιματοχυσία του Χριστού από μίσος για το Θεό και τον άνθρωπο. Οι πρεσβύτεροι και οι άρχοντες του Ισραήλ συμμετείχαν από φθόνο και φόβο. Ο Ιούδας συνδέεται με τη συντροφιά του Σατανά και των πρεσβυτέρων του λαού από απληστία. Το έγκλημά του συνίσταται στο ότι πρόδωσε το Διδάσκαλο και Ευεργέτη Του για τριάντα αργύρια. Αργότερα αναγνώρισε ο ίδιος το λάθος του στους ίδιους πρεσβυτέρους, που τον είχαν δωροδοκήσει για την πράξη της προδοσίας: «Ήμαρτον παραδούς αίμα αθώον… και ρίψας τα αργύρια εν τω ναώ ανεχώρησεν, και απελθών απήγξατο» (Ματθ. κζ’4-5). Ο οικτρός θάνατός του μαρτυρεί το τραγικό σφάλμα του. Όπως αναφέρεται στις Πράξεις των Αποστόλων γι’ αυτόν, «και πρηνής γενόμενος ελάκησε μέσος, και εξεχύθη πάντα τα σπλάγχνα αυτού» (Πράξ. α’ 18). Κι αφού κρεμάστηκε έπεσε κάτω, άνοιξε η κοιλιά του και τα σπλάχνα του χύθηκαν έξω.
Τέταρτος κακούργος ήταν ο Πιλάτος, εκπρόσωπος του Καίσαρα στην Ιερουσαλήμ, που κατά κάποιο τρόπο εκπροσωπούσε τον άθεο ειδωλολατρικό κόσμο στην καταδίκη του Υιού του Θεού. Ο Πιλάτος περιφρονεί τους Ιουδαίους κι οι Ιουδαίοι περιφρονούν τον ίδιο. Στην αρχή δεν έχει καμιά διάθεση ν’ αναμιχτεί στην καταδίκη του Χριστού: «Λάβετε αυτόν υμείς και κατά τον νόμον υμών κρίνατε αυτόν» (Ιωάν. ιη’ 31), είπε στους κατήγορους του Χριστού. Αργότερα παίρνει θέση υπέρ του Χριστού και, μετά από μια μορφή δίκης λέει στους Ιουδαίους: «Εγώ ουδεμίαν αιτίαν ευρίσκω κατ’ αυτού» (Ιωάν. ιη’38) Τελικά, υποχωρώντας σε απειλές όπως, «εάν τούτον απολύσης, ουκ ει φίλος του Καίσαρος», ο Πιλάτος «επέκρινε γενέσθαι το αίτημα αυτών» (Λουκ. κγ’ 24) και δίνει διαταγή να μαστιγωθεί και να σταυρωθεί ο Χριστός.
Το έγκλημα του Πιλάτου συνίσταται στο ότι μπορούσε να προστατέψει τον Δίκαιο και δεν το έκανε. Ο ίδιος είπε στον Κύριο: «Ουκ οίδας ότι εξουσίαν έχω σταυρώσαί σε και εξουσίαν έχω απολύσαί σε;» (Ιωάν. ιθ’10). Με τη δήλωσή του αυτή ο Πιλάτος παίρνει αιώνια πάνω του την ευθύνη για το θάνατο του Χριστού. Τί είναι εκείνο που σπρώχνει τον Πιλάτο να κάνει το έγκλημα αυτό και τί είναι αυτό που τον κατατάσσει κι αυτόν στη χορεία των άλλων κακούργων; Είναι η μικρόνοια κι ο φόβος του. Η μικρόνοια για την προστασία του δίκαιου, καθώς κι ο φόβος για τη θέση του και για την εύνοια του Καίσαρα.
Πέμπτος κακούργος είναι ο Βαραββάς. Εκείνη την εποχή ήταν στη φυλακή «διά στάσιν τινά… και φόνον». Είχε κατηγορηθεί για ανατρεπτικές ενέργειες και για φόνο και ήταν υπόδικος στον Ιουδαϊκό και τον Ρωμαϊκό νόμο, με προβλεπόμενη ποινή το θάνατο. Προσωπικά δεν είχε αμαρτήσει με κανένα τρόπο ενάντια στο Χριστό. Εκείνοι που αμαρτάνουν είναι οι Ιουδαίοι, αυτοί που τον βάζουν πάνω από το Χριστό, που τον προτιμούν αντί γι’ Αυτόν. Ο Πιλάτος σκέφτηκε να χρησιμοποιήσει το Βαραββά σαν μέσο για να σώσει το Χριστό από τη θανατική καταδίκη. Οι Ιουδαίοι όμως χρησιμοποιούν το Χριστό για να σώσουν το Βαραββά. Ο Πιλάτος έθεσε στους Ιουδαίους το δίλημμα να διαλέξουν το Χριστό ή το Βαραββά, στην ουσία δηλαδή, το Θεό ή έναν εγκληματία; Αλλά «Όμοιος ομοίω αεί πελάζει». Έτσι οι κακούργοι διάλεξαν τον κακούργο.
Ο έκτος κακούργος, όπως κι ο έβδομος, είναι εκείνοι που συσταυρώθηκαν με το Χριστό, ο ένας στ’ αριστερά κι ο άλλος στα δεξιά Του στο Γολγοθά. Ο προφήτης Ησαΐας το είχε προφητέψει αυτό: «Και μετά ανόμων ελογίσθη». Ο ένας απ’ αυτούς, αν και βρίσκεται στο κατώφλι του θανάτου, βλασφημεί, ο άλλος όμως προσεύχεται.
Εδώ έχουμε δύο ανθρώπους με την ίδια τύχη: κι οι δυό τους είναι καρφωμένοι στο σταυρό, κι οι δυό τους πρόκειται να εγκαταλείψουν αυτόν τον κόσμο και δεν περιμένουν τίποτα πια απ’ αυτόν. Υπάρχει όμως μια μεγάλη διαφορά. Εδώ είναι η απάντηση σ’ όλους αυτούς που λένε: Βάλε τους ανθρώπους στις ίδιες υλικές συνθήκες, δώσε σ’ όλους την ίδια τιμή και τα ίδια υπάρχοντα, κι όλοι τους θα έχουν το ίδιο πνεύμα. Ο ένας εγκληματίας, που σε λίγο δε θα ανασαίνει, εμπαίζει τον Υιό του Θεού: «Ει συ ει ο Χριστός, σώσον σεαυτόν και ημάς» (Λουκ, κγ’39). Ο άλλος όμως ικετεύει τον Κύριο: «Μνήσθητί μου, Κύριε, όταν έλθης εν τη βασιλεία σου» (Λουκ. κγ’42). Ο πόνος της σταύρωσης σκοτώνει τον ένα σωματικά και ψυχικά. Του άλλου όμως σκοτώνει μόνο το σώμα, η ψυχή του σώζεται. Ο σταυρός του Χριστού στον έναν είναι σκάνδαλο, στον άλλον σωτηρία.
Αυτά είναι τα επτά ειδή των κακούργων γύρω από το Χριστό. Κύριε, βοήθησέ μας να παρατηρήσουμε τη δική μας ζωή προτού καταδικάσουμε τους κακούργους αυτούς που κάρφωσαν το Θεό της αγάπης στο σταυρό. Ας διερωτηθούμε: μήπως ανήκουμε κι εμείς στην ομάδα αυτή; Ας ήμασταν τουλάχιστο σαν τον έβδομο απ’ αυτούς, εκείνον που μετάνιωσε πάνω στο σταυρό και μέσα στους φοβερούς πόνους του αναζήτησε και βρήκε τη σωτηρία από τις αμαρτίες του.
(Αγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς, «Καιρός Μετανοίας»)

fdathanasiou 
 http://amethystosbooks.blogspot.gr/

Τετάρτη, 27 Απριλίου 2016

Η Προσευχή της Γεθσημανής



Γέροντας Σωφρόνιος του έσσεξ
Ο Χριστός περιέλαβε σ’ αυτή την προσευχή ολόκληρο το ανθρώπινο γένος, από τον πρώτο Αδάμ μέχρι τον τελευταίο άνθρωπο που θα γεννηθεί από γυναίκα.… Κανένας δεν γνώρισε τόσο πόνο όπως τον αισθάνθηκε ο Χριστός.
Αυτοί που αγνοούν μια τέτοια αγάπη και αυτοί που δεν επιθυμούν να τη γνωρίσουν, ας μην εκφράσουν γνώμη για το Χριστό. Κανένας μην τολμήσει στην ανοησία του να ταπεινώσει την εμφάνιση του Χριστού ανάμεσά μας.
Γνωρίζομε από την πείρα ότι η ψυχή μπορεί να τραυματιστεί πιο τρομερά παρά το σώμα.

Για να γνωρίσουμε μόνο «δι’ εσόπτρου εν αινίγματι» το δρόμο που πέρασε ο ίδιος ο Χριστός, για να μετασχηματίσουμε την γήϊνη φύση μας σε προσευχή που να αντικατοπτρίζει  αμυδρά τουλάχιστον την προσευχή στη Γεθσημανή κατά την πιο τραγική νύχτα της ιστορίας της ανθρωπότητας, πρέπει να δεχθούμε θλίψη. Η δυστυχία ανοίγει την καρδιά στους πόνους όλου του κόσμου. Ο τελευταίος σταθμός αυτής της μεγάλης επιστήμης της παγκόσμιας αγάπης έρχεται όταν φτάνουμε στο κατώφλι μιας άλλης ζωής, όταν πεθαίνουμε.

Στο πρόσωπο του πρώτου Αδάμ όλο το ανθρώπινο γένος υπέφερε μια φοβερή καταστροφή, μιάν αλλοτρίωση που είναι η ρίζα όλων των αλλοτριώσεων. Το σώμα τραυματίστηκε, ο σκελετός τσακίστηκε, η όψη – το κατ’ εικόνα Θεού – καταστράφηκε. Οι διαδοχικές γενιές πρόσθεσαν πολλά άλλα τραύματα και τσάκισμα οστών στα τραύματα του πρώτου δημιουργημένου ανθρώπου. Ολόκληρο το ανθρώπινο σώμα ασθενεί. … Η ελαφρότερη επαφή αποτελεί βάσανο. … στην πνευματική ασθένεια είμαστε μνησίκακοι και αποδίδομε τον πόνο μας σε εξωτερική επίδραση. Έτσι και με το Χριστό. Αυτός ο μόνος αληθινός γιατρός ενδιαφέρεται για τις πληγές των αμαρτιών μας που προξενούν τον πιο οξύ πόνο σ’ όλο το ανθρώπινο γένος. … Είναι αδύνατο να απεικονίσουμε τον πόνο του Χριστού. Τελικά κανένας δεν μπορεί να τον εννοήσει.

Ο καθένας μας θα φτάσει κάποια στιγμή στα όρια χρόνου και αιωνιότητας. Φθάνοντας σ’ αυτό το πνευματικό ορόσημο, θα καθορίσουμε το μέλλον μας στον κόσμο και ή θα αποφασίσουμε να είμαστε με το Χριστό ή θα αποχωριστούμε απ’ αυτόν. Αφού γίνει όμως η εκλογή – μαζί ή χωρίς το Χριστό – με την ελεύθερη βούλησή μας για όλη την αιωνιότητα, ο χρόνος πια δεν λειτουργεί.
Μπορεί να υποστηριχθεί με κάποια βεβαιότητα ότι σχεδόν πουθενά δεν κηρύσσεται γνήσιος Χριστιανισμός. Ο Χριστιανισμός τόσο πολύ υπερέχει από τη συνηθισμένη αντίληψη, ώστε η προσευχόμενη καρδιά δεν αποτολμά να κηρύξει ευαγγελικό λόγο. Ο κόσμος αναζητά την αλήθεια. Αγαπά τον Χριστό. Αλλά – κυρίως στις μέρες μας – προσπαθεί να τον μειώσει στις δικές του διαστάσεις, πράγμα που μειώνει το Ευαγγέλιο, σε σημείο να παρουσιάζεται σαν ηθικό δόγμα.

Η επίτευξη της γνώσης της Αλήθειας απαιτεί μεγαλύτερη προσπάθεια απ’ ότι απαιτεί οποιαδήποτε άλλη επιστημονική μόρφωση. Ούτε η μελέτη μεγάλου πλήθους βιβλίων, ούτε η εξοικείωση με την ιστορία του Χριστιανισμού, ούτε η μελέτη διαφόρων θεολογικών συστημάτων μπορεί να μας φέρει στο σκοπό, εκτός αν εμείς συνεχώς και με όλες τις δυνάμεις μας υπακούσομε στις εντολές του Χριστού.
Όταν όμως προείπαμε μας χαρισθεί μια σκιά έστω ομοιότητας με την προσευχή στη Γεθσημανή τότε ο άνθρωπος ξεπερνά τα όρια της ατομικότητάς του και μπαίνει σ’ ένα νέο τύπο υπάρξεως – προσωπικής υπάρξεως καθ’ ομοίωση Χριστού.

Κάθε άνθρωπος στον οποίο ο Θεός κληροδότησε το σπάνιο και φοβερό προνόμιο να γνωρίσει για λίγα λεπτά την αγωνία του Χριστού στον κήπο της Γεθσημανής, θα «σκοντάψει», αργά και οδυνηρά, σε μια πειστική γνώση της αναστάσεως της ψυχής του και σε μια αντίληψη της βεβαίας και αληθινής νίκης του Χριστού. … ώ Χριστέ με τη δωρεά της αγάπης Σου, που είναι ανώτερη από κάθε γνώση, έχω περάσει κι εγώ από το θάνατο στη ζωή … Τώρα – Υπάρχω. 

Πηγή: Επιλεγμένα Κείμενα από το βιβλίο – Η ζωή μου η ζωή του
 http://amethystosbooks.blogspot.gr/

Ο Όσιος Παΐσιος για τον αμετανόητο Ιούδα


– Γέροντα, ὁ διάβολος γνωρίζει ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι ἀγάπη καὶ τὸν ἀγαπάει καὶ παρ' ὅλα αὐτὰ συνεχίζει τὸ τυπικό του;
– Ἔμ, πῶς δὲν τὸ γνωρίζει! Ἀλλά ἡ ὑπερηφάνεια τὸν ἀφήνει; εἶναι ὅμως καὶ πονηρός. Προσπαθεῖ τώρα νὰ κερδίση ὅλον τὸν κόσμο. Σοῦ λέει: «Ἄν ἔχω περισσότερους ὀπαδούς, θὰ ἀναγκασθῆ ὁ Θεὸς στὸ τέλος νὰ λυπηθῆ ὅλα τὰ πλάσματά Του καὶ θὰ μὲ πάρη κι ἐμένα τὸ σχέδιο!». Ἔτσι νομίζει. Γι' αὐτὸ θέλει, ὅσο μπορεῖ, νὰ ἀποκτήση πιὸ πολλούς ὀπαδούς.
Βλέπετε ποῦ τὸ πάει; Σοῦ λέει: «Ἔχω τόσους μὲ τὸ μέρος μου! Θὰ ἀναγκασθῆ ὁ Θεὸς νὰ χαρισθῆ καὶ σ' ἐμένα!». Χωρίς νὰ μετανοιώση! 
Καὶ ὁ Ἰούδας τὸ ἴδιο δὲν ἔκανε; Ἤξερε ὅτι ὁ Χριστός θὰ ἐλευθέρωνε τούς νεκρούς ἀπὸ τὸν Ἅδη. Σοῦ λέει: «Θὰ πάω κι ἐγώ πρίν ἀπὸ τὸν Χριστό, γιὰ νὰ μὲ ἐλευθερώση κι ἐμένα». Βλέπεις πονηριά; Ἀντί νὰ ζητήση συγχώρηση ἀπὸ τὸν Χριστό, πῆγε νὰ κρεμασθῆ. Καὶ νὰ δῆτε, ἡ εὐσπλαχνία τοῦ Θεοῦ λύγισε τὴν συκιά, καὶ αὐτός μάζεψε τὰ πόδια του, γιὰ νὰ μήν ἀκουμπήσουν κάτω. Καὶ ὅλα αὐτά, γιὰ νὰ μήν πάη νὰ πῆ ἕνα «εὐλόγησον». Φοβερό! Ἔτσι λοιπόν καὶ ὁ διάβολος, ὁ ἀρχηγός τοῦ ἐγωισμοῦ, δὲν λέει «ἤμαρτον», ἀλλὰ συνέχεια ζορίζεται νὰ ἀποκτήση περισσότερους ὀπαδούς.
ΑΓΙΟΥ ΠΑΪΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ, ΛΟΓΟΙ A΄, ΜΕ ΠΟΝΟ ΚΑΙ ΑΓΑΠΗ ΓΙΑ ΤΟ ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΑΝΘΡΩΠΟ, εκδ. ΙΕΡΟΝ ΗΣΥΧΑΣΤΗΡΙΟΝ «ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ», ΣΟΥΡΩΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ 1998, σ.34.
 
 http://amethystosbooks.blogspot.gr/

Τρίτη, 26 Απριλίου 2016

Ο δαίμονας Ζερέφερ και ο μοναχός

Ο δαίμονας Ζερέφερ και ο μοναχός
Κάποιος Γέρων ασκητής μέγας και διορατικός είχε φθάσει εις μέτρα ασκήσεως υπεράνω των δαιμονικών πειρασμών, των οποίων την επήρεια ευθαρσώς κατεφρόνει.
Είχαν ανοίξει με την χάριν του Θεού της ψυχής του τα μάτια και έβλεπε οφθαλμοφανώς Αγγέλους και δαίμονας, πως ο καθένας από την ιδικήν του παράταξιν αγωνιζόμενος επηρεάζει των ανθρώπων τον βίον.
Τόσον μέγας ήταν ο Γέρων αυτός εις το να περιφρονή και να περιπαίζη εμφανώς τα ακάθαρτα πνεύματα, ώστε πολλές φορές τους εμέμφετο και τους έθλιβε, υπενθυμίζων εις αυτούς και την έκπτωσίν των από τον ουρανόν και του αιωνίου πυρός την κόλασιν, η οποία ως υποδίκους τους αναμενει.
Οι δαίμονες, ένας με τον άλλον, κοινολογώντας την προκοπήν και τα κατορθώματα του θεοφόρου αυτού Γέροντος, κατέλιξαν εις την γνώμην να μην τον πλησιάση κανείς πλέον από μέρους των εις το εξής μήτε να τολμήση να παλαίση μαζί του μήπως και πληγωθή από αυτόν, διότι με την χάριν του Αγίου Πνεύματος έφθασε εις μέτρα τελειώσεως υπερβαίνοντα την κοινήν ανθρωπίνην φύσιν.
Εδώ περίπου ευρίσκοντο πνευματικώς, εν σχέσει με τον μέγαν Γέροντα τα πράγματα, όταν μίαν ημέραν ένας των δαιμόνων λέγει εις ένα άλλον συνταλαίπωρον όμοιον του, Ζερέφερ το όνομα -εάν έχουν οι ακατονόμαστοι όνομα.
-Ζερεφερ· του λέγει, έχω ένα λογισμόν· Άραγε, εάν κάποιος από ημάς τους δαίμονας ήθελε μεταμεληθή – αλλάξη γνώμην, τον δέχεται άραγε εις μετάνοιαν ο Θεός;
Τι λέγεις; ναί η όχι; Καί ποιός ενδεχομένως θα ημπορούσε να το γνωρίζη αυτό;
Περίεργον απίθανον το ερώτημα.
Τού αποκρίνεται ο Ζερέφερ·
-Θέλεις, του λέγει· να υπάγω εις τον μέγαν Γέροντα που μας περιφρονεί και μας περιπαίει να τον πειράξω με το ερώτημα αυτό, να λάβωμε απάντησι;
Τού λέγει ο πρώτος·
-Πήγαινε, αλλά πρόσεχε καλά, διότι ο Γέροντας είναι ανεβασμένος πνευματικά, είναι διορατικός και θα γνωρίση τον δόλον· και δεν θα πεισθή να ερωτήση περί του ζητήματος αυτού τον Θεόν. Όμως πήγαινε· και η επιτυγχάνεις τον σκοπόν σου, η δοκιμάζεις και φεύγεις.
Επήγε λοιπόν προς τον μέγαν Γέροντα ο Ζερέφερ, σχηματίζοντας τον εαυτόν του ως άνθρωπον παναμαρτωλόν, θρηνούντα και οδυρόμενον την απωλειάν του. Ο δε Θεός, θέλων να δείξη ότι ουδένα μετανοημένον αποστρέφεται, αλλά δέχεται τους πάντας, εάν ειλικρινώς εις Αυτόν επιστρέφουν, δεν εφανέρωσε εις τον Γέροντα τα σχετικά με την περίπτωσιν αυτήν της πανουργίας του δαίμονος, αλλ’ ως άνθρωπον ο Γέρων έβλεπε τον πονηρόν και τίποτε περισσότερον.
Θρηνεί λοιπόν γοερώς ο απατεων.
Καί τον ερωτά ο Γέρων·
-Τι έχεις, άνθρωπε, και κλαίεις και ολοφύρεσαι τόσον από καρδίας, συντρίβων με τον οδυρμόν σου και την ιδικήν μου καρδίαν;
Αποκρίνεται ο δαίμων·
-Εγώ, Πάτερ άγιε, δεν είμαι άνθρωπος, αλλά διάβολος πονηρός, καθώς συμπεραίνω εκ του απείρου πλήθους των ανομιών μου.
Τού λέγει ο Γέρων·
-Καί τι θέλεις από εμέ να σού κάμω;
Διότι ενόμισεν ο Πατήρ ότι από πολλής ταπεινώσεως απεκάλει ο οδυρόμενος τον εαυτόν του δαίμονα· ο δε Θεός, προς το παρόν, δεν αποκαλύπτει το γινόμενον.
Λέγει ο δαίμων·
-Τίποτε άλλο δεν παρακαλώ, άνθρωπε του Θεού, παρά να δεηθής από καρδίας προς Κύριον τον Θεόν σου να σού φανερωση, εαν δέχεται τον διάβολον εις μετάνοιαν· διότι, εάν εκείνον εις μετάνοιαν δεχθή, δέχεται και εμένα, ο οποίος εις τίποτε δεν διαφέρω από εκείνον.
-Καλά, του λέγει ο Γέρων, όπως θέλεις θα κάμω· Τώρα πήγαινε στο καλό σου, και αύριον έλα πάλι εδώ να σού αναγγείλω το θέλημα του Θεού.
Έφυγε ο δαίμων. Καί την νύκτα εκείνην απλώνει καρδίαν και χείρας εις ικεσίαν ο όσιος Γέρων, παρακαλών τον Πανάγαθον να του φανερώση, εάν άραγε δέχεται τον διάβολον επιστρέφοντα εις μετάνοιαν.
Αμέσως τότε του εμφανίζεται Άγγελος παρά Κυρίου εξαστράπτων και λέγων·
-Τάδε λέγει Κύριος ο Θεός σου!
-Διατί παρεκάλεσες υπέρ δαίμονος την εξουσίαν μου; Καί τι ήλθε αυτός ζητών, εκπειράζων σε με δόλον;
Ο Γέρων έμεινε εκστατικός προς τον Άγγελον.
-Καί πως, λέγει, ο Κύριος δεν μου απεκάλυψε το ενεργούμενον, αλλά μου το απέκρυψε να μην το εννοήσω;
Καθησυχάζων αυτόν ο Άγγελος του λέγει·
-Μη ταραχθής δι’ αυτό όπου έγινε. Διότι κάποιαν θαυμαστην οικονομίαν μετέρχεται ο Θεός εις ωφέλειαν των αμαρτωλών, ώστε να μην απελπίζωνται. Διότι κανένα εκ των προσερχομένων εις αυτόν εν μετανοία δεν αποστρέφεται ο πανυπεράγαθος Κύριος· καν και ο ίδιος ο Σατανάς και Διάβολος ήθελε δεόντως προσέλθει· ώστε με την δοκιμήν αυτήν να γίνη φανερά η εξ αυτών των ιδίων δαιμόνων προερχομενη σκληρότης και θανάσιμος αυτών απόγνωσις. Όταν λοιπόν έλθη αύριον ο πειραζων προς σε, μην τον αποπάρης εξ αρχής, αλλ’ είπέ του τα εξής·
-Διά να γνωρίζης ότι είναι φιλάνθρωπος ο Θεός και δεν αποστρέφεται κανένα εξ εκείνων οι οποίοι επιστρέφουν εις Αυτόν εν μετανοία, καθ’οιονδηποτε τρόπον και αν είχαν προηγουμένως αμαρτησει, μου υπεσχέθη ότι και εσένα θα δεχθή· αλλά εάν τηρήσης εκείνα τα οποία δι’ εμού σε προσταζει.
Όταν εδώ φθάσουν τα πράγματα, και σε ερωτήσει·
-Καί ποία άραγε είναι αυτά που μου δίνεις εντολήν να τηρησω;
Τότε να του ειπής τα εξής:
-Τάδε λεγει Κυριος·
Εγώ Κύριος ο Θεός σε γνωρίζω ποίος είσαι και από που έχεις έλθει πειράζων. Συ είσαι αρχαίον κακόν. Καί συνήθισες να πορεύεσαι κατά την βέβηλόν σου υπερηφανειαν. Καί πως θα ημπορέσης να αφιερώσης τον εαυτόν σου εις αληθινήν μετάνοιαν; Όμως, διά να μην έχης πρόφασιν απολογίας τις δικαιολογίες αυτές κατά την ημέραν της κρίσεως, ότι δήθεν ηθέλησα να μετανοήσω και ο Θεός δεν με εδέχθη, πρόσεχε εις αυτά που σού λέγω, πως οφείλεις να ενεργήσης τον τρόπον της σωτηρίας σου.
Αυτή είναι η εντολή του Κυρίου των Δυνάμεων·
-Θα μείνης επί τρία έτη εις ένα τόπον ακίνητος. Στραμμενος κατά ανατολας. Νύκτα και ημέρα θα ικετεύης: «Ο Θεός, ελέησόν με το αρχαίον κακόν». Συ θα το λέγης αυτό εκατό φορές. Με φωνή δυνατή.
Καί πάλιν εκατο φορές: «Ο Θεός, ελέησόν με το βδέλυγμα της ερημώσεως».
Καί πάλιν άλλες εκατό φορές: «Ο Θεός, ελέησόν με την εσκοτισμένην απάτην»!
Αυτα να κραζης προς τον Κύριον επί τρία έτη διαδοχικώς και αδιαλείπτως, την μίαν εκατονταδα μετά την άλλην. Καί εαν τα κάνης αυτά καθώς πρέπει με την ταπεινοφροσύνην που αρμόζει, θα συναριθμηθής με τους Αγγέλους Θεού του Παντοκράτορος.
Αυτά να του ειπής, λέγει ο Άγγελος, εις τον Γέροντα. Εάν λοιπόν συμφωνήσει να τα κάμη, δέξου αυτόν εις μετάνοιαν.
Αλλά γνωρίζω, λέγει Κύριος, ότι αρχαίον κακόν νέον καλόν δεν γίνεται.
Καί όσα ακολουθήσουν σημείωσέ τα διά τις έσχατες ημέρες, να μην έρχωνται οι άνθρωποι εις απελπισίαν και απόγνωσιν, εφόσον από καρδίας θελήσουν να μετανοήσουν. Διότι πάρα πολύ θα ωφεληθούν από την διηγησιν αυτήν οι βαρέως αμαρτήσαντες, πληροφορούμενοι για το άπειρον έλεος του Θεού, ώστε να μη απελπίζωνται εις την προσπαθειαν της μετανοίας διά την σωτηρίαν των.
Αυτά είπεν ο Άγγελος και ανέβη εις τους ουρανούς.
Την επομένην ενωρίς το πρωί εμφανίζεται πάλιν κλαίων ως άνθρωπος από μακροθεν ο δαίμων, και ερχόμενος προς τον Γέροντα.
Ο Γέρων κατ’ αρχας δεν εθεάτρισε την απατην του προσερχομένου· μόνον έλεγε από μέσα του εις τον λογισμόν του: -Κακώς ήλθες, αρχαίον κακόν, κλέπτη διάβολε, σκορπιέ με το δηλητήριο, αποστάτα της θείας δόξης, αντάρτη κακότροπε, κακοσήμαντε, παραχαραγμένε, παραμορφωμένε.
Καί όταν επλησίασε, του λέγει·
-Να γνωρίσης ότι παρεκάλεσα τον Θεόν, καθώς σού υπεσχέθην, και σε δέχεται εις μετάνοιαν, εάν όμως κάμης έργον αυτά που σού παραγγέλει δι’ εμού ο κραταιός των Δυνάμεων Κύριος.
Λέγει ο δαίμων· -Καί ποία είναι αυτά που Αυτός μου ώρισε να κάμω;
Καί ο Γέρων είπε·
-Προστάζει ο Θεός να σταθής εις ένα τόπον ακίνητος επί τρία έτη βλέπων κατά ανατολάς και κραζων ημέρα και νύχτα αδιαλείπτως ανά εκατό φορές: «Ο Θεός ελέησον με το αρχαίον κακόν»· και πάλιν εκατό φορές· «Ο Θεός, ελεησόν με το βδέλυγμα της ερημώσεως»· και πάλιν εκατό φορές· «Ο Θεός, ελέησόν με την εσκοτισμενην απάτην». Συνεχώς επαναλαμβανόμενα αυτά ανά εκατό, το ένα μετά το άλλο, επί τρία έτη. Όταν τα κάμης αυτά καθώς πρέπει, θα δεχθή την μετάνοιάν σου και θα συναριθμηθής καθώς ήσουν εξ αρχής με τους Αγγέλους Αυτού.
Καθώς ήκουσεν αυτά ο Ζερέφερ αστραπιαίως απέβαλε το επίπλαστον του θρήνου προσωπείον του· έκαμε ένα δαιμονιώδη απαίσιον καγχασμόν εις τον αέρα, και είπε εις τον Γέροντα·
-Ω σαπρόγηρε, ελεεινέ και άθλιε, τρισάθλιε γέρον! Εάν εγώ ήθελα να αποκαλέσω τον εαυτόν μου βδέλυγμα και αρχαίον κακόν και εσκοτισμένην απάτην και εζοφωμένον και ανωφέλητον, από εύθυς εξ αρχής θα είχα διαλέξει να το κάνω αυτό και θα εσωζόμουν αμέσως, από τότε.
Αλλά, τώρα εγώ, αρχαίον κακόν; Μη γένοιτο! Και πως είμαι αρχαίον κακόν; Τώρα μάλιστα που έχω γίνει τόσον θαυμαστός; και όλοι μου υποτάσσονται και με φοβούνται και με τρέμουν;
Τώρα εγώ να αποκαλέσω τον εαυτόν μου βδέλυγμα και απάτην και εζοκρωμένον και ανωφέλητον; Όχι, Γέρον! Όχι! Όχι!
Τώρα ιδίως που δεσπόζω όλων των αμαρτωλών, να γίνω διά της μετανοίας εγώ ένα τίποτε, ένα παίγνιον, ένα ξεπεσμένο άβουλο ον; ένας δούλος ταπεινός, ελεεινός, ευτελής και αχρείος; Όχι, Γέρον! Όχι! Όχι! Ποτέ! ποτέ!
Αυτά είπε το ακάθαρτον πνεύμα και με ένα αλλόκοτον συριγμόν και αλαλαγμόν, έγινε άφαντον από προσώπου του Γέροντος.
Ο δε Γέρων, καθώς είδε και άκουσε αυτά εσύναξε τον εαυτόν του εις προσευχήν, ευχαριστών τω Θεώ από εμπειρίας και λέγων·
-Αληθώς είπας, Κύριε, ότι αρχαίον κακόν νέον αγαθόν δεν γίνεται!
Ως επίλογος
Αυτά, αγαπητοί δεν τα κοινολογώ απλώς και ως έτυχε, αλλά για να γνωρίσετε του Δεσπότου το πολύ και ανεκδιήγητον έλεος και την άπειρον Αυτού αγαθότητα. Διότι, εάν και τον διάβολον δέχεται μετανοούντα, πολύ περισσότερον τους ανθρώπους, υπέρ των οποίων το αίμα Του έχυσε, θα δεχθή επιστρέφοντας, εάν τον ικετεύσουν από καρδίας εν μετανοία με εξομολόγησιν και διόρθωσιν βίου, καθώς ορίζει η Αγία μας Ορθόδοξος του Χριστού Καθολική και Αποστολική Εκκλησία.
Βιβλιοθήκη Ελλήνων Πατέρων, τομ. 71ος
Εκδόσεις «Ορθόδοξος Κυψέλη»
agioritikovima
 http://www.greekpress.gr/%CE%B1%CF%81%CF%87%CE%B1%CE%AF%CE%BF%CE%BD-%CE%BA%CE%B1%CE%BA%CF%8C%CE%BD-%CE%BD%CE%AD%CE%BF%CE%BD-%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CF%8C%CE%BD-%CE%B4%CE%B5%CE%BD-%CE%B3%CE%AF%CE%BD%CE%B5%CF%84%CE%B1%CE%B9/