Τετάρτη, 16 Μαρτίου 2016

Ρημαγμένες ψυχές. Από τις βαθυστόχαστες θεωρίες. (Φώτης Κόντογλου)

Σύγχυση και ταραχή και χάος ανάμεσα στα έθνη! Ταραχή και σάστισμα και χάος και στους ανθρώπους, έναν – έναν. Που να βρεθεί κανένας να πορεύεται στη ζωή του μ’ έναν υψηλόν σκοπό, με σταθερότητα και ελπίδα! Σπάνιο πράγμα.
Οι σημερινοί άνθρωποι έχουνε γίνει οι περισσότεροι κάποια πλάσματα άδεια από κάθε ζωντανή ιδέα, που να τους κάνει να αρμενίζουνε μέσα στο πέλαγος της ζωής χαρούμενοι και ζωηροί, σαν το καράβι που είναι φορτωμένο με καλό φορτίο, και, γεμάτο ελπί­δα και λαχτάρα, τραβά κατά το περιπόθητο λιμάνι, ανάμεσα σε ξέ­ρες κι άγρια βραχόνησα...

Σήμερα βρίσκει κανένας συχνά μπροστά του ανθρώπους που είναι τόσο κούφιοι από κάθε τι, που να απορεί, γιατί δεν πίστευε να υπάρχει στον κόσμο τόση ανοησία, τόση στενομυαλιά, τόση στενοκάρδια και μικρολογία. Σ’ αυτές τις στεγνές ψυχές δεν υπάρχει τί­ποτα που να σε ζεστάνει, ας είναι και το παραμικρό. Δεν μιλώ για εξαιρετικά αισθήματα, για κάποια σπάνια ευαισθησία. Όχι! Μι­λώ για τα συνηθισμένα αισθήματα, που άλλη φορά βρισκόντανε σε όλους τους ανθρώπους. Ναι, σήμερα δεν υπάρχουνε. Σχεδόν όλοι οι σημερινοί άνθρωποι περνάνε τη ζωή τους ξεπλυμένοι από κάθε ου­σία, δίχως κανέναν αληθινόν σκοπό, δίχως αληθινή χαρά και ευχαρίστηση, δίχως καμμιά πίστη, και για τούτο, δίχως ελπίδα. Εί­ναι γαντζωμένοι απάνω σε κάποια πράγματα, που θέλουνε να τα παραστήσουνε για σπουδαία, ενώ δεν είναι τίποτα. Κι οι χαρές τους κι οι ευτυχίες τους και τα γλέντια τους, κι οι διασκεδάσεις τους, κι οι κουβέντες τους και τα αστεία τους, είναι όλα άνοστα και ψεύτι­κα. Γιατί λείπει το αλάτι που τα άρτυζε άλλη φορά. Και το αλάτι είναι η πίστη πως ο άνθρωπος δεν ήρθε στον κό­σμο κατά τύχη, αλλά πως έχει να κάνει, σ’ αυτόν τον κόσμο, ένα έργο, μικρό ή μεγάλο, και πως δεν ξοφλά με τούτη τη ζωή, αλλά πως υπάρχει κάποια μυστηριώδης τάξη κατά την οποία ανοίγει μια άλλη πόρτα, σαν κλείσει η πόρτα τούτης της ζωής. Όπου υπάρχει πίστη, υπάρχει και ελπίδα, κι όσο δυνατώτερη είναι η πίστη, άλλο τόσο βεβαιότερη είναι η ελπίδα. Χωρίς ελπίδα, δεν γίνεται μήτε ευ­τυχία, μήτε ειρήνη μέσα στον άνθρωπο. Τ’ άλλα όλα που λένε οι σα­στισμένοι φιλόσοφοι, είναι ψευτιές. Για τούτο, οι απελπισμένοι χαλάνε τον κόσμο για να ξεχάσουνε την απελπισία τους, κάνουνε μεγά­λη φασαρία για την καλοπέραση, για τις τέχνες, για τα ταξίδια, για τις απολάψεις.
Όλα αυτά είναι μια θλιβερή σκηνοθεσία, μια αξιοθρήνητη α­πάτη. Για να γεμίσουνε το άδειο πιθάρι που είναι ο εαυτός τους, ρί­χνουνε μέσα ό,τι μπορέσουνε, ώστε να ξεγελαστούνε πως ζούνε, απολαβαίνουνε τη ζωή, ενώ στ’ αληθινά είναι σαν τα τρύπια πιθάρια των Δαναΐδων, χαρτοφάναρα που φαντάζουνε απ’ έξω πως είναι κάτι. Τέτοια είναι η τρομερή δραστηριότητα του καιρού μας, που γεμίζει τον κόσμο από βροντές κι αστραπές, ενώ, κατά βάθος, είναι ένας γκαζοτενεκές, που τον χτυπάνε εκείνοι που λένε πως ζούνε κι απολαβαίνουνε «τη μεγάλη ζωή», για να διώξουνε τα μαύρα κο­ράκια της απελπισίας, που τριγυρίζουνε από πάνω τους. Τρομάζουνε ν’ απομείνουνε μοναχοί με τον εαυτό τους, μήτε καν λίγα λε­πτά, γιατί αλλιώς θα νοιώθανε την αθλιότητά τους. Μα πώς όμως μπορεί να ζήσει αληθινά ένας άνθρωπος που φοβάται τον εαυτό του, που κρύβεται ολοένα από τον εαυτό του;
Και όμως, αυτή είναι η ζωή για τους περισσότερους σημερι­νούς ανθρώπους. Καμμιά θέρμη, κανένας ανώτερος και σίγουρος σκοπός, κανένα μεράκι, καμμιά έμορφη μανία που νάχει βαθύτερες ρίζες. Παγερή αδιαφορία, ύπνος ψυχικός, οκνηρία΄ πνευματική, φό­βος, κρυφή απελπισία, και πολλή φασαρία για να σκεπαστεί η α­μηχανία. Κι η φασαρία είναι ανοησίες, κουτσομπολιό, ανόητες κου­βέντες, χαρτάκια, ποτά, σκάνδαλα, εγκλήματα, κάθε μικρολογία, που την παίρνουνε στα σοβαρά, ενώ κανένα σοβαρό πράγμα δεν βρίσκει θέση μέσα στα ζαλισμένα μυαλά τους και στις αποσυντεθειμένες ψυχές τους. Από πνευματικό, δεν υπάρχει τίποτα. Δεν λέ­γω πνευματικό αυτό που λένε πνευματικό οι φιλόσοφοι, οι λογοτέ­χνες και γενικά εκείνοι που λέγουνται «διανοούμενοι», αλλά αυ­τό που είναι πνευματικό για τη χριστιανική θρησκεία, δηλαδή η πίστη στον αιώνιον κόσμο που μας αποκάλυψε ο Χριστός. Μοναχά αυτή η πίστη δίνει στον άνθρωπο την ελπίδα, και χωρίς την ελπί­δα της αιώνιας ζωής, οι λογής – λογής ευδαιμονίες είναι λογής – λογής ψευτιές. Στο κουτί που κρατούσε τότε η Πανδώρα, απόμει­νε η ελπίδα, αφού πετάξανε από μέσα όλα τα καλά, μα το κουτί που βαστάνε οι σημερινοί άνθρωποι, και που διατυμπανίζουνε πως έ­χει μέσα κάθε ευτυχία, είναι ολότελα άδειο. Για τούτο ο θεόγλωσσος Απόστολος Παύλος λέγει πως οι άπιστοι είναι «οι μη έχοντες ελπίδα», οι απελπισμένοι.
Λοιπόν, σήμερα βρισκόμαστε σε ελεεινή κατάσταση, κι ας μη το λέμε, ζητώντας παρηγοριά στη φασαρία μιας ψεύτικης ζωής. Η απιστία είναι θρονιασμένη μέσα στην καρδιά μας, και γύρω της εί­ναι τα παιδιά της, η απελπισία, η πνευματική νάρκη, η αναισθησία, ο φόβος, η αδιαφορία, η ψευτοπαρηγοριά, η μικρολογία, η καχυπο­ψία, το συμφέρον, το μίσος, η ασπλαχνία.
Η νεότητα μαραζώνει γιατί δεν έχει, η δυστυχισμένη, μήτε σκοπό στη ζωή της, μήτε ενθουσιασμό για κάποιες ιδέες, μήτε όρε­ξη για τίποτα. Ακεφη κι ανόρεχτη. Είναι σαν υπνοβάτης. Συζητά ολοένα για ασήμαντα πράγματα που τους δίνει μεγάλη σημασία, και είναι να κλαίγει κανένας ακούγοντας τις κουβέντες της, τα πει­ράγματά της, και βλέποντας τις ανόητες σκηνοθεσίες, που μ’ αυτές προσπαθεί να δώσει κάποια σημασία στη ζωή. Οι ψυχές των νέων είναι ρημαγμένες από τα άγρια ένστικτα, που τα ανεβάσανε στην επιφάνεια από τα σκοτεινά τάρταρα της ανθρώπινης φύσης, κάποιοι εχθροί του ανθρώπου, κάποιοι πνευματικοί ανθρωποφάγοι, που α­νάμεσα τους πρωτοστατεί ένας τρελλός λύκος λεγόμενος Νίτσε, μια μούμια σαν παληόγρηα λεγόμενη Βολταίρος, κάποιος ζοχαδιακός Φρόϋντ, κι ένα πλήθος από τέτοια όρνια και κοράκια και νυχτερί­δες. Όσοι τους θαυμάζανε, ας καμαρώσουνε σήμερα τα φαρμακε­ρά μανιτάρια που φυτρώσανε μέσα στις καρδιές και στις ψυχές της γαγγραινιασμένης ανθρωπότητας.
(Απόσπασμα από το βιβλίο «Μυστικά Ανθη», Εκδόσεις: ΑστήρΠαπαδημητρίου)
 http://ostratiotistisagapis.blogspot.gr/2016/03/blog-post_16.html?spref=fb

Τρίτη, 15 Μαρτίου 2016

Ο Θεός μας έπλασε μοναδικούς και ανεπανάληπτους. Μα εμείς θελήσαμε να μοιάσουμε σε άλλους. Γονείς, δασκάλους, φίλους, γεροντάδες και «αγίους».

Ο

Ο Θεός μας έπλασε μοναδικούς και ανεπανάληπτους. Μα εμείς θελήσαμε να μοιάσουμε σε άλλους. Γονείς, δασκάλους, φίλους, γεροντάδες και «αγίους».

Λέει ο Γέροντας Σωφρόνιος του Έσσεξ, ότι στον Θεό δεν αρέσει να επαναλαμβάνεται. Ο Θεός είναι Πρόσωπο και συνάπτει μοναδικές και ανεπανάληπτες προσωπικές σχέσεις με τον καθένα μας ξεχωριστά. Τα βιώματα των αγίων δεν επαναλαμβάνονται. Είναι μοναδικά για τον καθένα. Είναι ο δικός τους δρόμος προς Εκείνον. Ο Θεός μας έδωσε εκατοντάδες τρόπους, για να φτάσουμε κοντά Του. Ένα δρόμο με χιλιάδες μονοπάτια. Και εμείς θέλουμε να πάμε όλοι από τον ίδιο. Και δεν χωράμε. Και στριμωχνόμαστε και σκάμε και δυσφορούμε, πνιγόμαστε και ταλαιπωρούμαστε. Γιατί; Μα γιατί δεν θέλουμε να ζήσουμε την ζωή που μας χάρισε Εκείνος. Προτιμούμε να ζούμε την ζωή ενός άλλου. Να φεύγουμε από την ευθύνη την μοναδικότητας. Και μόνο όταν πεθάνουμε θα καταλάβουμε ότι εμείς δεν ζήσαμε, μα κάποιος άλλος ως σκιά την θέση πήρε την δικιά μας.

 asma-asmaton.
 http://amethystosbooks.blogspot.gr/

Δευτέρα, 14 Μαρτίου 2016

O Μέγας Βασίλειος για την αληθινή νηστεία


Νηστεία αληθινή είναι η αποξένωση από το κακό, η εγκράτεια της γλώσσας, η αποχή από το θυμό, ο χωρισμός από τις επιθυμίες, την κατάκριση, το ψέμα και την ψευδορκία.
Μην περιορίζεις το καλό της νηστείας μόνο στην αποχή από τα φαγητά. Διότι αληθινή νηστεία είναι η αποξένωση από τα κακά.
Εγκράτεια ονομάζουμε όχι την παντελή αποχή από τις τροφές, διότι αυτό είναι βίαιος θάνατος, αλλά αποχή από τις απολαύσεις, με σκοπό να συντρίψουμε το φρόνημα της σαρκός και να πετύχουμε τον σκοπό της ευσέβειας.
Η μετάνοια χωρίς τη νηστεία είναι αργή.
Η αυστηρή εγκράτεια απαιτεί μέτρο στη γλώσσα, περιορισμό στους οφθαλμούς και έλλειψη περιέργειας στ’ αυτιά.
Η εγκράτεια καταργεί την αμαρτία, απομακρύνει τα πάθη, νεκρώνει το σώμα μαζί με τα φυσικά πάθη και τις (καταστρεπτικές) επιθυμίες.

 http://amethystosbooks.blogspot.gr/

Και όταν, Γέροντα, είναι χαλασμένα τα νεύρα;

 595d1b3b65b091a5e616713796cd101d_L
– Και όταν, Γέροντα, είναι χαλασμένα τα νεύρα;
– Χαλασμένα τα νεύρα; Τι θα πη αυτό; Μήπως είναι χαλασμένος ο λογισμός; Το πιο καλό απ’ όλα είναι ο καλός λογισμός.
Κάποιος κοσμικός είχε φτιάξει σπίτι σε ένα ήσυχο μέρος. Αργότερα από την μια μεριά έγινε γκαράζ, από την άλλη δρόμος και από την άλλη ένα κοσμικό κέντρο. Μέχρι τα μεσάνυχτα νταούλια. Δεν μπορούσε ο καημένος να κοιμηθή∙ έβαζε ωτασπίδες στ’ αυτιά, άρχισε να παίρνη και χάπια. Κόντευε να τρελλαθή. Ήρθε και με βρήκε. «Γέροντα, αυτό και αυτό, μου λέει∙ δεν μπορούμε να ησυχάσουμε. Τι να κάνω; Σκέφτομαι να φτιάξω άλλο σπίτι».
Να βάλης καλό λογισμό, του λέω. Να σκέφτεσαι, αν γινόταν πόλεμος και στο γκαράζ έφτιαχναν τα τανκς, δίπλα ήταν νοσοκομείο και έφερναν τα ασθενοφόρα τους τραυματίες και εσένα σου έλεγαν: “Κάθησε εδώ. Σου εξασφαλίζουμε την ζωή, δεν θα σε πειράξουμε. Μπορείς να βγαίνης από το σπίτι σου ελεύθερα μόνο στην ακτίνα που είναι κτισμένα αυτά, γιατί εκεί δεν θα πέση σφαίρα” ή “να μείνης στο σπίτι σου και δε θα σε ενοχλήση κανείς”, μικρό πράγμα θα ήταν αυτό; Δεν θα το θεωρούσες ευλογία; Γι’ αυτό τώρα να πης: «Δόξα σοι ο Θεός, δεν γίνεται πόλεμος, ο κόσμος είναι καλά και κάνει τις δουλειές του. Στο γκαράζ αντί τα τανκς φτιάχνουν τα αυτοκίνητά τους οι άνθρωποι. Δόξα σοι ο Θεός , δεν υπάρχει νοσοκομείο, τραυματίες κ.λπ. Δεν περνούν τανκς∙ αυτοκίνητα περνούν και οι άνθρωποι τρέχουν στις δουλειές τους”. Αν φέρης έτσι καλό λογισμό, θα έρθη η δοξολογία μετά».
Κατάλαβε ο καημένος ότι όλη η βάση είναι η σωστή αντιμετώπιση και έφυγε αναπαυμένος. Τα αντιμετώπισε σιγά- σιγά με καλούς λογισμούς, πέταξε και τα χάπια και κοιμόταν χωρίς δυσκολία. Βλέπεις με έναν καλό λογισμό πως τακτοποιείται κανείς;
Μια φορά ταξίδευα με το λεωφορείο και ο εισπράκτορας έβαλε το ράδιο δυνατά. Μερικοί νεαροί που θρήσκευαν, είπαν ότι είναι και ένας μοναχός και του έκαναν επανειλημμένως νόημα να το κλείση. Μια-δυο, τίποτε αυτός∙ το έβαλε πιο δυνατά. «Αφήστε τον, τους είπα, δεν πειράζει∙ μου κάνει ισοκράτημα στην ψαλμωδία μου». Με τον λογισμό μου έλεγα: «Αν, Θεός φυλάξοι, γινόταν ένα ατύχημα λίγο πιο πέρα και αναγκάζονταν να βάλουν στο δικό μας αυτοκίνητο ανθρώπους σακατεμένους, άλλος να είναι με σπασμένο πόδι, άλλος με σπασμένο κεφάλι, πως θα άντεχα αυτήν την σκηνή;
Δόξα σοι ο Θεός, οι άνθρωποι είναι καλά και τραγουδούν κιόλας»
Έτσι ταξίδευα μια χαρά ψάλλοντας…!!!
Γέροντος Παϊσίου Αγιορείτου Λόγοι Α΄, Με πόνο και αγάπη για το σύγχρονο άνθρωπο, Ιερόν Ησυχαστήριον «Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος» Σουρωτή Θεσσαλονίκη
Πηγή: agioritikovima.gr
 http://www.eikonografies.com/ke-otan-geronta-ine-chalasmena-ta-nevra/

Κυριακή, 13 Μαρτίου 2016

Απέπνεε φως, ταπεινότητα, αρχοντιά



Μια ιστορική φωτογραφία, επίσης ανέκδοτη και πάντοτε από την Τασία Βουτυροπούλου: ο Παναγιώτης Τέτσης στέκεται μπροστά στο τελευταίο έργο που ζωγράφισε, πέρυσι την άνοιξη, στο ατελιέ του Κολωνακίου. Αργότερα η υγεία του εξασθένησε και δεν μπορούσε να σταθεί μπροστά στο καβαλέτο.
Μια ιστορική φωτογραφία, επίσης ανέκδοτη και πάντοτε από την Τασία Βουτυροπούλου: ο Παναγιώτης Τέτσης στέκεται μπροστά στο τελευταίο έργο που ζωγράφισε, πέρυσι την άνοιξη, στο ατελιέ του Κολωνακίου. Αργότερα η υγεία του εξασθένησε και δεν μπορούσε να σταθεί μπροστά στο καβαλέτο.

Λίγες ημέρες μετά την ανάπαυση του δασκάλου στην αγκαλιά της Υδρας, η αγαπημένη του φίλη Λίλα Μαραγκού, ο μαθητής του Θέμης Κοντογούρης και η κεραμίστα Ελένη Βερναρδάκη μιλούν για τον Παναγιώτη Τέτση με λόγια καρδιάς. Σκιαγραφούν τη φωτεινή του προσωπικότητα, την ανυπόκριτη ταπεινότητά του, την αγάπη του για τη διδασκαλία, την αρχοντιά του χαρακτήρα του. Με την απώλειά του, κλείνει μια ολόκληρη εποχή που ξεκίνησε μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο με μια πλειάδα σπουδαίων καλλιτεχνών που ύμνησαν ο καθένας με τον δικό του τρόπο, την Ελλάδα, τη φύση και τις αξίες της πνευματικής της παράδοσης.
Λίλα Μαραγκού
Η ζωγραφική του ήταν η βουβή ποίηση
«“Να αφήνεις ένα φως ανοιχτό! Να ξέρω ότι είσαι εδώ”, μου έλεγε ο Παναγιώτης Τέτσης. Για χρόνια ολόκληρα μέναμε σε αντικριστά διαμερίσματα στο Κολωνάκι. Ψωνίζαμε μαζί από τη λαϊκή αγορά. Κάθε τόσο μου έφερνε πεσκέσια για να τα μαγειρέψω. Ως και μύρτιλα μου είχε δώσει για να τα κάνω τάρτα. Ποιος να πιστέψει τώρα ότι εκείνος έσβησε το δικό του “φως”; Οτι δεν είναι πια εδώ; Θα μου πάρει πολύ καιρό να συνειδητοποιήσω ότι δεν θα τον βλέπω πια. Ηταν τόσο ακτινοβόλα η παρουσία του». Η αρχαιολόγος Λίλα Μαραγκού ήταν η αγαπημένη γειτόνισσα: «Οταν γνωριστήκαμε με φώναζε “Ο σίφουνας της Αμοργού” λόγω της καταγωγής αλλά και της δουλειάς μου, μετά “Ο σίφουνας της Ξενοκράτους”». Συνεχίζει: «Στην κηδεία του εκτός από τους επισήμους να ξέρετε ότι ήρθε πολύς απλός κόσμος, από τον χασάπη και τον μανάβη μέχρι τον λουλουδά και τον υδραυλικό. Ανθρωποι από την Υδρα, την πατρίδα του αλλά και από τη Σίφνο όπου παραθέριζε χρόνια. Γιατί όλους τους αγαπούσε και τους είχε έγνοια.
Ο Τέτσης ήταν προσηνής, απλός, γενναιόδωρος. Δεν ήταν τυχαίο έργο η λαϊκή αγορά. Αν δεν αγαπάς τον πλησίον σου δεν μπορείς να ζωγραφίζεις θέματα ταπεινά και να τους δίνεις τέτοιο μεγαλείο. Ο Τέτσης δεν ήταν μονάχα ζωγράφος. Εγραφε με τρόπο εξαιρετικό. Η ζωγραφική του ήταν η βουβή ποίηση και ο λόγος του ήταν η ζωντανή ζωγραφική» λέει στην «Κ».
Ελένη Βερναρδάκη
Πενήντα πέντε χρόνια γνωριμίας
«Τον Παναγιώτη Τέτση», θυμάται η Ελένη Βερναρδάκη, «τον γνώρισα το 1960 στην ομάδα Τέχνης Α΄. Αν και με τον Μόραλη είχα σταθερή συνεργασία, είχαμε δουλέψει και με τον Τέτση, με αφορμή ένα έργο που είχε κάνει για το υπουργείο Εθνικής Αμυνας. Εκείνος το σχεδίασε και εγώ το πέρασα σε κεραμικές πλάκες. Εκτός από εξαιρετικός καλλιτέχνης και ευπατρίδης, ήταν ένας φοβερά χαριτωμένος άνθρωπος με ζεστασιά και με χιούμορ. Τα καλοκαίρια στην Υδρα κάναμε πολύ παρέα. Αποφασίσαμε μάλιστα μαζί να βοηθήσουμε το νησί να αγοράσει ένα αυτοκίνητο με το οποίο να μεταφέρονται οι νεκροί από το λιμάνι στο νεκροταφείο που βρίσκεται πάνω στο βουνό. Μέχρι τότε οι Υδραίοι τους κουβαλούσαν στην πλάτη. Θυμάμαι πως όταν έφτασε το ειδικό αυτό αυτοκίνητο στο νησί, έκανε πλάκα και μου έλεγε να μπούμε μέσα οι δυο μας για να κάνουμε την πρόβα τζενεράλε».
Θέμης Κοντογούρης
«Για τους μαθητές του, ο Τέτσης ήταν μια φιγούρα πατρική με όλη τη σημασία της λέξης», τονίζει ο δικηγόρος και ζωγράφος Θέμης Κοντογούρης, ο οποίος μαθήτευσε στο πλάι του: «Ηξερε να σέβεται την προσωπικότητά μας και να μας αφήνει χώρο να την αναπτύξουμε. Μας έλεγε όμως πάντα ότι με τη ζωγραφική πρέπει να έχουμε σχέση ερωτική και μάλιστα μονογαμική. Ηταν δοτικός και ήθελε να μεταφέρει τις γνώσεις του σε εκείνους που πραγματικά ενδιαφέρονταν να μάθουν. Μπορούσε να ζωγραφίσει κάτι απλό, ένα σκόρδο ή ένα ρόδι και να του δώσει μια διαφορετική διάσταση. Εκτός από το πάθος του για την τέχνη, μας δίδαξε με τη στάση του και το ιδιαίτερο ήθος που πάντα χαρακτήριζε τη συμπεριφορά του. Θυμάμαι πως όταν εξελέγη ακαδημαϊκός κάποιοι συνάδελφοί του, του επιτέθηκαν και έριξαν χολή. Τους αγνόησε.
Οταν τον ρώτησα γιατί δεν τους απαντά, είπε: “Η σιωπή είναι ορισμένες φορές η πιο εκκωφαντική απάντηση”. Ηταν άνθρωπος του καθήκοντος. Τον τελευταίο καιρό που πήγαινε στο νοσοκομείο για μεταγγίσεις και ήταν εξασθενημένος προσπαθούσε να μη χάνει και συνεδριάσεις της Ακαδημίας ή του Δ.Σ. του Μουσείου Ακροπόλεως γιατί το αισθανόταν ύψιστο χρέος να παρίσταται».
«Το πιο συγκινητικό πάντως ήταν όταν μαγείρευε σ’ εμάς τους μαθητές του. Ξέρετε τι μεγάλη τιμή είναι να τρως ψωμί ζυμωμένο και φουρνισμένο από τα χέρια του δασκάλου σου; Η πιο γνωστή του συνταγή ήταν βέβαια η σιφνέικη ρεβυθάδα αλλά και το ζυγούρι που σιγόψηνε στον φούρνο. Ηξερε να είναι κοντά μας, αυστηρός εκεί όπου έπρεπε και τρυφερός εκεί όπου έπρεπε, πάντα δίκαιος και σωστός».
Οταν ο Ελληνας αναμετριέται με το εμπόδιο, θυμάται ξανά τις αρετές του
Λίγα δικά του λόγια –πάντα επίκαιρα– από συνεντεύξεις του στην «Κ»:
– Οι Ελληνες συσπειρώνονται έναντι ενός εξωτερικού εχθρού. Τώρα πιστεύετε ότι θα επιδείξουν αλληλεγγύη στη δύσκολη φάση που ζούμε;
– Εχουμε περίεργη ψυχολογία ως λαός. Σε δύσκολες καταστάσεις γίνεται το θαύμα της ομοψυχίας. Από την άλλη, για να συμβεί αυτό πρέπει να μην υπάρχει καμιά άλλη λύση, να είμαστε στο χείλος του γκρεμού, στο όριο. Τώρα, πιστεύω ότι ο καθένας κοιτάζει το δικό του μικροσυμφέρον, το παιδί του που μπορεί να μη βρίσκει δουλειά, το εισόδημά του που συρρικνούται. Δεν μπορεί να δει το δάσος διότι ανησυχεί για το δικό του δένδρο.
– Σε ό,τι αφορά την τέχνη πιστεύετε ότι μπορεί να ξεπηδήσει κάτι καινούργιο μέσα από τη στενωπό που βρισκόμαστε;
– Και βέβαια. Η γενιά του ’30 αποτελείτο από καλλιτέχνες που βίωσαν την Κατοχή αλλά και μετά τη χούντα είχαμε αξιόλογη καλλιτεχνική παραγωγή. Ο Ελληνας, όταν είναι καλοπερασάκιας, πέφτει στη νωθρότητα, η σκέψη του είναι στείρα. Οταν όμως αναμετριέται με το εμπόδιο, θυμάται ξανά τις αρετές του. Βέβαια δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι οι νέοι καλλιτέχνες σήμερα δεν μπορούν να βρουν ούτε μια δουλειά του ποδαριού που θα τους θρέψει. Πώς θα καταφέρουν να δημιουργήσουν; Η ανεργία είναι τεράστιο πρόβλημα.
– Ποιο είναι το αντίδοτο στην εθνική μας θλίψη;
– Δυστυχώς άνθρωποι της ηλικίας μου τείνουν να επαναλαμβάνουν το ρεφρέν της Κατοχής, κάνοντας μια αντιπαραβολή με τη σημερινή κατάσταση. Τότε, το βασικό ερώτημα ήταν ποιος ζει, ποιος πεθαίνει. Οι κίνδυνοι τόσο εκείνη την περίοδο όσο και μετέπειτα στον Εμφύλιο ελλόχευαν παντού. Η επιβίωση ήταν μια καθημερινή μάχη. Συνεπώς το να επιζήσεις ενός βομβαρδισμού, μιας σύλληψης, του λιμού, των αδέσποτων πυρών, ήταν μια νίκη που σου έδινε κουράγιο και μια πρόσκαιρη ανακούφιση. Αυτό που ζούμε τώρα είναι δύσκολο με την έννοια ότι δεν μπορεί κανείς να πει με βεβαιότητα πότε θα τελειώσουν η ύφεση, η στενότητα, η απαισιοδοξία. Είναι μια δοκιμασία βραδείας καύσεως που μας καταβάλλει ψυχολογικά. Χρειάζεται ο καθένας να το διαχειριστεί προσωπικά και να επιστρατεύσει όλες του τις δυνάμεις για να μην καμφθεί από το κακό κλίμα.
– Ποιες εικόνες φέρνετε στο μυαλό για να σας φτιάξει η διάθεση;
– Σκέφτομαι το ελληνικό τοπίο που πάντα με γεμίζει με αγαλλίαση και έμπνευση. Προσπαθώ να πηγαίνω στην Υδρα τον χειμώνα που είναι άδειο το νησί, η θάλασσα έχει πανέμορφα χρώματα και οι άνθρωποι είναι πολύ πιο ήρεμοι. Απουσιάζουν οι κοσμικοί. Οταν μένω στην Αθήνα, συναντώ αγαπημένους φίλους και κάνουμε ωραίες κουβέντες που με γεμίζουν ενέργεια. Για να μπορέσουμε να ανορθωθούμε, να εργαστούμε, να ελπίζουμε πρέπει ο καθένας από εμάς να βρει κάτι να κρατηθεί.
– Υπάρχει διαφορά στη διάθεσή σας όταν ζωγραφίζετε έναν άνθρωπο ή ένα τοπίο;
– Για εμένα δεν υπάρχει καμιά, παρά το ότι το ένα είναι έμψυχο και το άλλο άψυχο. Βέβαια, ακόμα και το άψυχο στη ζωγραφική κατά κάποιο τρόπο γίνεται έμψυχο. Τα τοπία μου είναι περιοχές που τις έχω ζήσει μεγάλο χρονικό διάστημα, σε διαφορετικές φάσεις και καιρικές συνθήκες. Εχουν μπει μέσα μου, είναι στα βιώματά μου.
– Θ’ αντέξει στον χρόνο η ζωγραφική;
– Πολλοί βιάστηκαν να προαναγγείλουν τον θάνατο της ζωγραφικής, όλες αυτές τις δεκαετίες που εγώ ζωγράφιζα ή δίδασκα. Κι όμως αυτή επιβιώνει μέσα από το βλέμμα των καλλιεργημένων και ευαίσθητων ανθρώπων και το δικό μας πείσμα απέναντι σε όλους όσοι θέλουν να επιβάλουν τη δήθεν ανανέωση. Ο,τι και να λένε οι τελευταίοι, δεν παλιώσαμε. Μόνο αν κυνηγάς το εφήμερο, παλιώνεις. Με ανησυχεί αυτή η μανία του καινούργιου.
 http://amethystosbooks.blogspot.gr/

Σάββατο, 12 Μαρτίου 2016

Πώς στρώθηκε ο δρόμος για τον φασισμό


Αν μου ζητούσαν να επιλέξω μια φράση-κλειδί που ακουγόταν πολύ στην Ελλάδα τις προηγούμενες δυο δεκαετίες, δεν θα είχα κανένα ενδοιασμό: «Δεν με ενδιαφέρει η πολιτική». Ακούστηκε πολλές φορές από χιλιάδες χείλη απλών πολιτών. Μπορεί να την είπες κι εσύ. «Δεν με ενδιαφέρει η πολιτική». Ακούστηκε, ως απάντηση, από εκατοντάδες «καλλιτέχνες» και ηθοποιούς, όταν ερωτήθηκαν τα προηγούμενα χρόνια για τα όσα συνέβαιναν στη χώρα μας. Το πίστευαν; Το έλεγαν γιατί ήθελαν να τα έχουν καλά με όλους και να μη χάσουν «πελάτες»; Πάντως, το έλεγαν.
Τις προηγούμενες δεκαετίες, η πολιτική στην Ελλάδα δεν ήταν τόσο δημοφιλής όσο είναι σήμερα. Αν ξεκινούσες πολιτική συζήτηση, οι άνθρωποι δυσανασχετούσαν. Ήταν «βαρετό». Κάτι ακόμα που δεν ήταν διόλου δημοφιλές στην Ελλάδα τις τελευταίες δεκαετίες ήταν η γνώση και η πνευματικότητα. Ο χαρακτηρισμός «κουλτουριάρης» σου ερχόταν αμέσως σαν ταμπέλα όχι αν προσπαθούσες να πεις κάτι πολύ βαρύ και ασήκωτο αλλά αν έκανες το λάθος να ξεφύγεις λίγο από το Κλικ, το Nitro, το ποδόσφαιρο και τα τηλεοπτικά κλισέ.
Αν δεν άκουγες Βίσση, Ρέμο, Σφακιανάκη, Ρουβά και Χατζηγιάννη, ήσουν κουλτουριάρης. Κι έτσι φτάσαμε κάποια στιγμή να θεωρούνται κουλτουριάρικα τα λαϊκά τραγούδια του Τσιτσάνη και του Χατζιδάκι.
Μιλώντας με νέους ανθρώπους, συνειδητοποιείς πως δεν έχουν διαβάσει σχεδόν τίποτα. Εντάξει, δεν ήμασταν ποτέ ένας λαός βιβλιολάγνων που δεν άφηναν το βιβλίο από το χέρι αλλά οι παλαιότερες γενιές όλο και κάτι είχαν διαβάσει. Έστω, τους κλασικούς συγγραφείς. Σε κάθε περίπτωση πάντως, δεν κορόιδευαν αυτούς που αγαπούσαν το διάβασμα.
Δεν είναι τυχαία η επιτυχία του «Αλχημιστή» του Πάολο Κοέλιο στη χώρα μας. Αφενός το βιβλίο ήταν μικρό και αφετέρου περιείχε μια φράση που οι Έλληνες αποστήθισαν μαζικά: «Όταν επιθυμείς κάτι, ολόκληρο το σύμπαν συνωμοτεί για να το αποκτήσεις». Πώς; Μόνο με την επιθυμία; Χωρίς κόπο; Χωρίς πόνο; Χωρίς διάβασμα; Χωρίς γνώση; Ό,τι κι αν εννοούσε ο Κοέλιο, οι παθητικοί -και λόγω Ορθοδοξίας- Έλληνες καθησυχάστηκαν, αφέθηκαν στο σύμπαν και το περίμεναν να συνωμοτήσει υπέρ τους. Το σύμπαν δεν συνωμότησε.
Η αδιαφορία για την πολιτική και η απόλυτη αντιπνευματικότητα οδήγησαν στην χρεοκοπία. Πρώτα στην κοινωνική, ηθική και πολιτιστική χρεοκοπία και μετά στην οικονομική.
Ακόμα κι αν διαφωνεί κάποιος πως η αδιαφορία της πλειοψηφίας των πολιτών για την πολιτική και η αποστροφή τους για την γνώση οδήγησαν στην οικονομική χρεοκοπία, δεν θα διαφωνήσει στο ότι οι πολίτες καλούνται σήμερα να αντιμετωπίσουν την χρεοκοπία με τα πνευματικά εφόδια που απέκτησαν όλα αυτά τα χρόνια. Δηλαδή, με τον Σφακιανάκη, τη Μενεγάκη, τα ζώδια, τους μάγειρες, τις συνταγές και ό,τι άλλο πρόβαλε η ιδιωτική τηλεόραση.
Κοίταξε τα cd που αγόρασες όλα αυτά τα χρόνια, τα βιβλία που διάβασες (αν διάβασες), θυμήσου τις ταινίες, τις θεατρικές παραστάσεις και τις συναυλίες που παρακολούθησες (αν παρακολούθησες), γιατί είναι αυτά τα όπλα με τα οποία θα αντιμετωπίσεις την χρεοκοπία. Αυτός είσαι.
Βέβαια, ένα μεγάλος αριθμός Ελλήνων αντιμετωπίζει την χρεοκοπία με μόνο εφόδιο την αποβλάκωση που του πρόσφερε η ελληνική τηλεόραση. Και συνεχίζει να αποβλακώνεται.
Χρειάζονται εφόδια για να σκεφτείς. Και αυτά τα εφόδια δεν θα τα βρεις στην τηλεόραση.
Η τηλεόραση δεν έχει καμία σχέση με την παιδεία, την γνώση και το πνεύμα. Είναι ένα μέσο που μπορεί κάποιες φορές –και υπό προϋποθέσεις- να είναι ενδιαφέρον και ψυχαγωγικό αλλά στην Ελλάδα δεν συνέβη ούτε αυτό. Η ελληνική τηλεόραση απευθύνεται στα χαμηλά ένστικτα και –με ελάχιστες εξαιρέσεις- είναι ένας σκουπιδοτενεκές, με ξεπουλημένα λαμόγια, χαζογκόμενες, βιζιτούδες και διάφορους άλλους φελλούς.
Δεν είναι καθόλου τυχαίο το ότι οι Έλληνες που σέβονται τον εαυτό τους δεν εμφανίζονται στην τηλεόραση. Ίσως, να δέχτηκαν να εμφανιστούν σε κάποια αξιοπρεπή εκπομπή της κρατικής τηλεόρασης αλλά μέχρι εκεί.
Το να μην εμφανίζεσαι στην τηλεόραση σημαίνει -μεταξύ άλλων- πως δεν πιστεύεις πως πάνω απ’ όλα είναι το κέρδος. Γιατί η τηλεόραση έχει να κάνει με πολλά χρήματα.Όλα αυτά τα χρόνια, τα πρόσωπα της ελληνικής τηλεόρασης δεν ενδιαφέρονταν, βέβαια, για την πολιτική. Ήταν εθνικοί σταρ, οπότε ανήκαν σε όλους τους Έλληνες και δεν έπαιρναν ποτέ θέση για τίποτα. Επίσης, τα πρόσωπα της τηλεόρασης –τουλάχιστον αυτά που κυριάρχησαν- είναι βαριά αμόρφωτα.
Σε μια χώρα που μεγάλο μέρος των πολιτών δεν ενδιαφέρονταν για την πολιτική και την γνώση -και η «εκπαίδευσή» τους ήταν τηλεοπτική-, δεν θα πρέπει να κάνει σε κανέναν εντύπωση το γεγονός ότι η Χρυσή Αυγή εκφράζει σήμερα εκατοντάδες χιλιάδες συμπατριώτες μας.
Αν δεν σε ενδιέφερε ποτέ η πολιτική και, παράλληλα, έχεις την εντύπωση πως ο Καζαντζάκης είναι ποδοσφαιριστής, είναι απόλυτα λογικό –όταν χρειαστεί- να εκφραστείς πολιτικά με το απόλυτο σκοτάδι, τον φασισμό, τους ψευτοτσαμπουκάδες, τις μαγκιές, τις κλωτσιές, τα ουρλιαχτά και όλη αυτήν την κτηνωδία που εκπροσωπεί η Χρυσή Αυγή. Το κτήνος το εκφράζουν τα κτήνη.
Φυσικά, δεν είναι καθόλου τυχαία η συμπάθεια των τηλεοπτικών προσώπων για τους βουλευτές της Χρυσής Αυγής. Μαζί τους αισθάνονται πολύ άνετα, αφού πνευματικά βρίσκονται στην ίδια κατάσταση: σε αυτή του χιμπαντζή.
Η Χρυσή Αυγή δεν ήρθε τώρα. Ο νεοναζισμός δεν ήρθε τώρα. Ο φασισμός δεν ήρθε τώρα. Θα έπρεπε να τον είχες διακρίνει στον ναρκισσισμό της Ελένης, στην εγωπάθεια του Σάκη, στη ρηχότητα της Ρούλας και του Γρηγόρη, στον αδίστακτο κυνισμό του Θέμου και στην κτηνώδη βλακεία που κουβαλάνε όλα αυτά τα εγωκεντρικά ανθρωποειδή που θεοποίησαν το εύκολο κέρδος, προώθησαν την ιδιωτεία και πούλησαν τη ψυχή τους στον διάολο.
Κι αν αυτοί έβγαλαν πολλά χρήματα, αυτοί που τους παρακολουθούσαν μαγεμένοι –και τους παρακολουθούν ακόμα αφού είναι πια ανάπηροι πνευματικά- παίρνουν για τρόπαιο τη Χρυσή Αυγή.
Οι πολίτες έχουν χρέος να ασχολούνται με τα κοινά και να ενδιαφέρονται για την πολιτική.
Οι πολίτες έχουν χρέος να φροντίζουν την ψυχή τους και το μυαλό τους, να επιζητούν την γνώση και να αποφεύγουν τα σκουπίδια.
«Μας πρόδωσαν οι πολιτικοί» λένε οι πολίτες. Ναι, αλλά πολύ πριν, οι πολίτες είχαν προδώσει τους εαυτούς τους. Το πρώτο δεν θα είχε συμβεί, αν δεν είχε συμβεί το δεύτερο.
Ο φασισμός είναι εδώ. Μέσα μας.
(Στη φωτογραφία -με ελληνική φορεσιά- είναι ο Όσκαρ Ουάιλντ. Αν και τα βιβλία του Όσκαρ Ουάιλντ υπάρχουν πια παντού -και στο διαδίκτυο-, εκατομμύρια Έλληνες στη διάρκεια της ζωής τους δεν θα διαβάσουν ούτε μια φράση του επειδή το σύμπαν δεν θα συνωμοτήσει.)

Παρασκευή, 11 Μαρτίου 2016

Η νοερά προσευχή


10 Μαρτίου 2016
[ Συνέχεια προηγούμενου άρθρου: http://www.pemptousia.gr/?p=117199 ]
«Σεις δε, εάν αγαπάτε την νοεράν προσευχήν,
πενθείτε και κλαίετε ζητώντας τον Ιησούν.
Και Αυτός θα αποκαλυφθή ως εν εμπύρω αγάπη,
όπου καταφλέγει όλα τα πάθη».[74]

Mε θερμή προσευχή συνοδευόμενη από προσοχή, υπομονή και αυτοκριτική
Ο πανάρχαιος και καθολικός πόθος του ανθρώπου να συναντηθεί με τον Θεό βρίσκει την εκπλήρωσή του μέσα στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Η συμμετοχή του πιστού στα Μυστήρια της Ιεράς Εξομολογήσεως και της Θείας Κοινωνίας καθώς και η προσπάθεια τηρήσεως των εντολών του Θεού κάνουν δυνατή την μέθεξη και την κοινωνία Θεού και ανθρώπου. Ένα δυνατό και αποτελεσματικό όπλο που προσφέρει η Εκκλησία μας σ’αυτήν την αναζήτηση είναι η προσευχή, η οποία κατά την ποιότητά της, όπως μας πληροφορεί ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος, είναι ένωση και συνουσία ανθρώπου και Θεού.
Σήμερα, είναι πολύ ευχάριστο και παρήγορο το γεγονός πως το ενδιαφέρον των πιστών για την προσευχή και συγκεκριμένα την νοερά, όλο και αυξάνει. Όπως γράφει ο π. Εφραίμ, Προηγούμενος της Ι. Μονής Φιλοθέου και πνευματικό ανάστημα του Γέροντος Ιωσήφ: «γνωρίζω χιλιάδας ψυχάς εις τον κόσμον, εις όλον θα έλεγα τον κόσμον, όπου βιάζουν τον εαυτόν των εις την ευχήν με θαυμαστά αποτελέσματα».[75]
Αλλά τι είναι η νοερά προσευχή; Είναι η επίκληση του Ονόματος του Κυρίου Ιησού και η εκζήτηση του Θείου Ελέους και συγχρόνως μία πράξη μετανοίας του πεπτωκότος αμαρτωλού ανθρώπου, η οποία εκφράζεται με τα λόγια: Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με.
Η πρώτη που άσκησε το θείο και ιερό έργο της νοεράς προσευχής στον χώρο της Καινής Διαθήκης είναι η Κυρία Θεοτόκος. Όταν έμενε στα Άγια των Αγίων ασκώντας την νοερά προσευχή έφθασε σε ύψη θείας θεωρίας όπως γράφει ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς στον Λόγο του στα Εισόδια της Θεοτόκου. Γι’ αυτό και αξιώθηκε να γίνει το «ευρύχωρο σκήνωμα του Λόγου», η «χώρα του αχωρήτου Θεού».
Το παράδειγμά της μιμήθηκαν οι Μεγάλοι Πατέρες της Εκκλησίας, οι Όσιοι Ασκητές του Μοναχισμού, οι Άγιοι όλων των εποχών. Η νοερά προσευχή γίνεται η τερπνή και αδιάλειπτη ενασχόληση των θεοφόρων Πατέρων των πρώτων αιώνων του Χριστιανισμού στην Αίγυπτο, Νιτρία, Σινά, Ιεροσόλυμα αλλά και αργότερα στην Κωνσταντινούπολη, Άγιον Όρος και στους σλαβικούς λαούς.
Την δυσκολία που έχει όποιος θέλει να γνωρίσει, να εξασκήσει και κατόπιν να μιλήσει και να γράψει για βαθειά πνευματικά θέματα όπως είναι η νοερά προσευχή εξομαλύνουν η εντρύφηση και η προσεκτική μελέτη των κειμένων των Νηπτικών Πατέρων οι οποίοι κατέγραψαν τις πνευματικές τους εμπειρίες, όσο τους ήταν δυνατόν και επιτρεπτό, για την δική μας ωφέλεια.
Ανατρέχοντας λοιπόν στις Επιστολές του Γέροντος Ιωσήφ, του τελευταίου Μεγάλου Νηπτικού των καιρών μας, οι οποίες εκφράζουν και συνοψίζουν όλο τον πλούτο της Φιλοκαλικής Παραδόσεως διαβάζουμε τον ορισμό που εκείνος δίνει: «Νοερά Προσευχή είναι να έλθη η Χάρις».[76] Και όπως ο ίδιος εξηγεί: «Χάρις δε είναι, ίνα διαφανέστερον, είπωμεν, μικρά ή μεγάλη δωρεά της απείρου θείας πλουταναδόσεως, όπου Αυτός ως αγαθός διανέμει από άπειρον αγαθότητα».[77]
Αυτήν την Χάριν, την άκτιστον ενέργεια του Θεού με πόνους, αιματηρούς ασκητικούς αγώνες και τέλεια αυταπάρνηση επεδίωξε και αναζήτησε ο μακάριος Γέρων και ο Αγαθός Θεός του την χάρισε πλούσια ώστε και ο ίδιος πλούτισε και καθέναν που προστρέχει στις θεοφόρες Επιστολές του τον παρηγορεί, τον θερμαίνει, τον πλουτίζει και του ανοίγει νέους ορίζοντες.
Ο Γέρων Ιωσήφ ξεκινώντας την ασκητική του ζωή και επιθυμώντας να αθλήσει νομίμως έψαξε να βρει άνθρωπο να διδαχθεί: «τα σπήλαια ολοκλήρου του Άθωνος με υπεδέχοντο επισκέπτην… εζήτουν να εύρω πνευματικόν να με διδάξει ουράνιον θεωρίαν και πράξιν».[78]
Και αμείφθηκε:
«Εύρον πολλούς των Πατέρων εν «πράξει» και «θεωρία». Γηραιούς και αγίους ανθρώπους… ήτον και άλλος πλέον θαυμασιώτερος εις τον Άγιον Πέτρον τον Αθωνίτην, ο παπα-Δανιήλ, μιμητής του Μεγάλου Αρσενίου… Αυτός είχεν εφ’ όρου ζωής νοεράν προσευχήν και ολονύκτιον αγρυπνίαν. Από αυτόν και εγώ επήρα την τάξιν και εύρηκα μεγίστην ωφέλειαν»[79]
Αυτά τα αγιασμένα Γεροντάκια που είχαν αδιάλειπτη την ευχή, «έχοντες έκαστος ίδιον χάρισμα και πάντες ηγιασμένοι, ευωδιάζοντες ως κρίνα την έρημον»[80] έκανε ο θαυμαστός Γέρων οδηγούς του γι’ αυτό και συμβουλεύει: «έφ’ όσον ο Γέροντας έχει γνώσιν της προσευχής, δεν είναι φόβος να πλανηθής».[81]
«Έκτοτε λοιπόν ήρχισαν οι άγριοι πόλεμοι, όπου δεν με άφηναν ησυχίαν ημέρα και νύκτα. Άγριοι πόλεμοι!… Έξ ώρας καθήμενος εις προσευχήν τον νούν δεν εσυγχώρουν να βγη από την καρδίαν. Από το σώμα μου ο ιδρώτας έτρεχε βρύσις. Ξύλον αλύπητα. Πόνος και δάκρυα. Νηστεία άκρα και ολονύκτιος άγρυπνία…
Όλα έτη οκτώ κάθε νύκτα μαρτύριον. Έφευγαν οι δαίμονες και εφώναζαν. Μας έκαψε! Μας έκαψε!»[82]
Με την λιτή αλλά δυνατή αυτή περιγραφή μαθαίνουμε από τον ίδιο την ένταση του πολέμου αλλά και την ανδρεία και την γενναιότητα του αγωνιστή. Ο Γέρων Ιωσήφ έδειξε μεγάλο ζήλο και αυτοθυσία στον προσευχητικό αγώνα, αγωνίσθηκε τιτάνια και έγινε κάτοχος της Θείας Χάριτος φθάνοντας στα μέτρα των μεγάλων Αγίων Ασκητών.
Γι’αυτό και μπορούσε αλάνθαστα να καθοδηγήσει όσους του ζητούσαν βοήθεια. Όπως ο ίδιος γράφει: «διψώ να ωφελήσω τον κάθε αδελφόν, όπου ζητεί να σωθή».[83]
Και όπως ο υποτακτικός του, Προηγούμενος Εφραίμ της I. Μ. Φιλοθέου εξηγεί: «ήξευρε αυτός ο ουράνιος άνθρωπος με τόσην δεξιοτεχνίαν να θεραπεύη τα πάθη των υποτακτικών του ώστε μόνον να έμεναν πλησίον του και εγίνοντο άλλοι άνθρωποι… Δεν ήτο δυνατόν να έλθη πλησίον του άνθρωπος, όσον εμπαθής και αν ήτο, και να μη θεραπευθή. Αρκεί μόνον να του έκαμνε υπακοήν».[84]
Ο Όσιος Γέρων δεν θέλει να κρατά μόνο για τον εαυτό του τον θησαυρό που του εμπιστεύθηκε ο Χριστός, διψά να δείξει τον δρόμο της νοεράς προσευχής σε όλους τους χριστιανούς και γράφει: «υπάρχει ελπίς να δεχθώσι τον λόγον ψυχαί καθαραί και εις εμέ να γίνη ωφέλεια ο μισθός της αγάπης. Λοιπόν ακούσατέ μου τους λόγους, χαρίσατέ μου τας ακοάς…». [85]
Και ξεκινά διδάσκοντας και αποκαλύπτοντας την οδό της ευχής: «Λοιπόν η πράξις της νοεράς προσευχής είναι να βιάσης τον εαυτόν σου να λέγης συνεχώς την ευχήν με το στόμα, αδιαλείπτως. Εις την αρχήν γρήγορα· να μην προφθάνη ο νους να σχηματίζη λογισμόν μετεωρισμού. Να προσεχής μόνον στα λόγια: Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με».[86]
Εδώ ο Γέρων Ιωσήφ μας μίλα για το ξεκίνημα, το αρχικό στάδιο. Και επισημαίνει: «όλη η βία χρειάζεται εις την γλώσσαν, έως ότου να συνηθίσης εις την αρχήν».[87]
Και τότε προβάλλει ο πρώτος καρπός της ευχής: « Όταν αυτό πολυχρονίση, το συνηθίζει ο νους και το λέγει. Και γλυκαίνεσαι ωσάν να έχης μέλι στο στόμα σου. Και θέλεις όλο να το λέγης. Αν το αφήσης στενοχωρείσαι πολύ».[88] Ο Πανάγαθος Θεός βρίσκεται τόσο κοντά μας και παρακολουθεί κάθε μικρή προσπάθεια βίας που Του προσφέρουμε. Αυτή η γλυκύτητα στο στόμα είναι μία πρώτη γεύση της Χάριτος. Γι’ αυτό και ο π. Εφραίμ μας βεβαιώνει: «η προφορική ευχή φέρνει την Χάρη».
Και ο Γέρων Ιωσήφ συνεχίζει: «Η ευχή έτσι πρέπει να λέγεται με τον ενδιάθετον λόγον. Αλλ’ επειδή εις την αρχήν δεν την έχει συνηθίσει ο νους, την ξεχνά. Δι’ αυτό την λέγεις, πότε με το στόμα, και πότε με τον νουν… μέχρις ότου την χορτάση ο νους και γίνη ενέργεια. Ενέργεια λέγεται εκείνο όπου, όταν λέγης την ευχήν, αισθάνεσαι μέσα σου — χαρά και αγαλλίασις — και θέλεις διαρκώς να την λέγης».[89]
Αυτή η χαρά και η αγαλλίαση είναι «ένα βότσαλο στην ακροθαλασσιά» κατά την έκφραση του υποτακτικού του Γέροντος Ιωσήφ, πατρός Εφραίμ Κατουνακιώτη ο οποίος συμπληρώνει: «Υπάρχουν άλλα πολύ μεγαλύτερα».
Γι’ αυτά τα μεγαλύτερα μας πληροφορεί ο Γέρων Ιωσήφ: «όταν παραλάβη ο νους την ευχήν και γίνη αυτή η χαρά που σου γράφω, τότε θα λέγεται μέσα σου αδιαλείπτως, χωρίς την βίαν την εδικήν σου. Αυτό λέγεται αίσθησις – ενέργεια· επειδή η χάρις ενεργεί χωρίς την θέλησιν του ανθρώπου. Τρώγει, περιπατεί, κοιμάται, ξυπνά, και μέσα φωνάζει διαρκώς την ευχήν».[90]
Εδώ μας μιλά για το δεύτερο στάδιο της ευχής. Ο νούς παίρνει την ευχή από το στόμα και την λέει νοερώς με τον ενδιάθετο λόγο. Τώρα μπήκαμε πιά στον χώρο της νοεράς προσευχής. Αν ευδοκήσει ο Θεός, δει τον κόπο μας και την λαχτάρα μας, τον πόθο μας να Τον συναντήσουμε και να Τον κρατήσουμε μέσα μας, τότε μας οδηγεί στον χώρο της αδιαλείπτου προσευχής, όπως αδρά και εκφραστικά μόλις μας περιέγραψε ο Γέρων Ιωσήφ: «το δε παν έγκειται εις Αυτόν, εάν σου δώση. Ο Θεός είναι η αρχή και το τέλος. Η χάρις Του ενεργεί όλα»![91]
Ο Γέρων Ιωσήφ δεν υποτιμά την δυσκολία του αγωνίσματος, αλλά μας προετοιμάζει: «Μη νομίσης μικρόν τον αγώνα. Ωσάν τρελλή πρέπει να φωνάζης: Ιησού μου σώσον με! Παναγία Θεοτόκε βοήθει μοι!»[92]
«Εις την αρχήν είναι κόπος, αλλά όταν περάσουν τα χρόνια, τότε φωνάζει μέσα μονάχη της αδιαλείπτως. Αυτή μόνη καθαρίζει τον άνθρωπον από όλα τα πάθη».[93]
Εδώ ο Γέρων Ιωσήφ αναφέρεται στον αγλαό καρπό της νοεράς προσευχής, στην ουσία και το κύριο έργο αλλά και την δόξα του Μοναχισμού που δεν είναι τίποτα άλλο παρά η κάθαρση από τα πάθη που έχουν επικολλήσει στην ψυχή μας και τα οποία γίνονται πηγή δυστυχίας για μας, διότι μας χωρίζουν από τον Θεό. Η ευχή γίνεται το εργαλείο με το οποίο θα τα εκδιώξουμε: «τα πάθη είναι ύλη σκληρά. Ουράλια όρτη!… Η χάρις είναι ο ήλιος… Μόλις μία ακτίς ευρίσκει (τον νοητόκτιστον άνθρωπον) και ευθύς πυρπολείται από χαράν».[94]
Πολύγευστος η νοερά προσευχή, πολλοί και λαμπροί οι καρποί της για τους οποίους διεξοδικά μιλά ο Γέρων Ιωσήφ στις Επιστολές του: «όταν ο άνθρωπος καθαρίση την ψυχήν του και συλληφθή μέσα ο νέος Αδάμ ο γλυκύτατος ημών Ιησούς τότε η καρδία μή δυναμένη να κρατήση την χαράν και την άρρητον εκείνην ηδονήν όπου πίπτει εις την καρδίαν, σκιρτά και ρέουν οι οφθαλμοί γλυκύτατα δάκρυα, και όλος ο άνθρωπος γίνεται ως φλόγα πυρός εκ της αγάπης του Ιησού».[95]
Εδώ μας μιλά για το ακριβότερο απόκτημα, την γεύση της αγάπης του Θεού. Γι’αυτό αξίζει κάθε κόπος και κάθε θυσία. Είμαστε ευγνώμονες στον Γέροντα Ιωσήφ που μας δείχνει τον δρόμο: «όταν το συνηθίση ο νους (το Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με) και χορτάση – το μάθη καλά – τότε το στέλνει εις την καρδίαν».[96] Έτσι η ευχή γίνεται πλέον καρδιακή και όσοι εφθασαν εδώ ανέβηκαν στο τρίτο σκαλοπάτι.
Κατά τους Πατέρες η καρδιά είναι το κέντρο όχι μόνον της σωματικής αλλά και της πνευματικής δυνάμεως του ανθρώπου. Η καρδιά είναι ο θρόνος του νου, ο τόπος στον οποίον βρίσκεται ο νους όταν είναι υγιής. Τότε μόνον ο νούς ενώνεται με την καρδιά και από κοινού εργάζονται την ευχή. Κατά τον π. Ιωσήφ ο πιο αποτελεσματικός τρόπος να καθαριστεί ο νους είναι η εργασία της νοεράς προσευχής. Όταν ο νούς, που είναι ο οφθαλμός της ψυχής, είναι καθαρός, τότε και το σώμα δεν δέχεται προσβολές και είναι και αυτό καθαρό.
Όταν ο νους κατεβάσει την ευχή στην καρδιά η προσευχή ενεργεί εκεί από μόνη της αβίαστα και ασταμάτητα. Όποιος έφθασε στο σημείο αυτό έχει μέσα του την αδιάλειπτη καρδιακή προσευχή. Αναπνέει κυριολεκτικά με τα λόγια της ευχής. Εισπνέει με το «Κύριε Ιησού Χριστέ» και εκπνέει με το «ελέησόν με». Με τα πρώτα λόγια ομολογεί την θεότητα του Ιησού Χριστού, αναγνωρίζει ότι είναι ο μόνος που μπορεί να τον σώσει και με τα επόμενα ζητά το έλεος του Θεού.
Αφήνει τα πάντα στον Θεό και ελπίζει ότι τελικά ο Θεός θα δεί «την ταπείνωση και τον κόπο» του και θα τον σώσει με το άπειρο ελεός Του. Και πάλι ο π. Ιωσήφ είναι εκφραστικότατος στο σημείο αυτό: «διά της συνεχούς λοιπόν επικλήσεως γίνεται διαδρομή στην καρδίαν διά της εισπνοής και εκπνοής, και νούς, λόγος και καρδία γίνεται ένα, όπου καθαρίζεται η καρδία και δέχεται την επισκιάζουσαν χάριν. Τότε γίνεται ουρανός μέσα σου, παράδεισος»[97]
Όποιος έχει το χάρισμα της αδιάλειπτης προσευχής είναι μακάριος, είναι από τώρα μέσα στον Παράδεισο. Αισθάνεται μέσα στην ψυχή του την θεία παρουσία σαν μία απαλή φλόγα που τον θερμαίνει και τον γεμίζει από ανέκφραστη χαρά. Αυτή η χαρά είναι ουράνια και δεν συγκρίνεται ούτε με τις μεγαλύτερες χαρές του κόσμου τούτου. Είναι η αντίδοση της αγάπης του Θεού σ’ όσους Τον αγάπησαν απεριόριστα και έγιναν έτσι άξιοι να τους αγαπήσει και Εκείνος. Εμείς ανοίγουμε τον δρόμο να μας επισκιάσει η Χάρη του Θεού, να έλθει μέσα μας και να δροσίσει τις ψυχές μας. Τηρώντας από αγάπη – και όχι από τον φόβο της τιμωρίας – τις εντολές του Θεού, Του δίνουμε το δικαίωμα να ενωθεί μαζί μας.
Ο Ίδιος είναι αγάπη, μας αγάπησε πριν Τον αγαπήσουμε εμείς και χαίρεται όταν Του φανερώνουμε και την δική μας αγάπη.
Η καρδιά του έχοντος την αδιάλειπτη ευχή είναι ναός του Αγίου Πνεύματος το Οποίο προσεύχεται μέσα της ακατάπαυστα «στεναγμοίς αλαλήτοις».[98] Η Χάρη του Θεού βρίσκεται μέσα του πλούσια. Είναι κατοικητήριο ολοκλήρου της Αγίας Τριάδος. Αυτό είναι το μεγαλύτερο δώρο της ευχής.
Στην καρδιά που κατοικεί η Τριαδική Θεότητα είναι φυσικό να μην υπάρχουν πάθη, αφού ο νους που είναι ο τροφοδότης της, εχει διαρκώς μνήμη Θεού και ούτε ο ίδιος επηρεάζεται από αμαρτωλούς λογισμούς ούτε και στην καρδιά επιτρέπει να μπούν τέτοιοι λογισμοί. Χωρίς την ευχή αυτό θα ήταν αδύνατο. Ο Γέροντας Ιωσήφ το λέει καθαρά: «εάν ο μοναχός δεν βρή την ευχήν αδιάλειπτον, και διά μέσου αυτής ενεργήση η Χάρις, είναι αδύνατον να μην γυρίσουν τα πάθη οπίσω, και τότε θα γίνη χειρότερος από ότι ήταν στον κόσμον. Και πάλιν, διά να εύρη παρηγορίαν απ’ την ευχήν, πρέπει να αγωνίζεται, να ζητήση εμπόνως, να κλάψη και ωσάν μικρό παιδάκι φωνάζον να προσεύχεται εις τον Χριστόν και εις την γλυκειά Του Μαννούλα να του ανοίξη τους οφθαλμούς».[99]
Εκτός όμως από την συνεχή βία της ευχής την οποία τόσο τονίζει ο Γέρων Ιωσήφ είναι απαραίτητη και η εγκράτεια στο φαγητό και στον ύπνο γι’ αυτό και συμπληρώνει: «έρχεται κατ’ ολίγον η χάρις και μόλις πλησιάση τον άνθρωπον ως κηρός αναλύει… διότι ενούται όλος με τον Θεόν… Αλλ’ όμως μέχρι να γίνουν αυτά απαιτούνται πολλά. Θέλει άκραν νηστείαν… μαζί να συνδέση και την διηνεκή αγρυπνίαν. Όχι άπαξ ή δίς, αλλά συνεχώς, διά να λεπτύνη ο νους ο παχύς και δυσκίνητος. Και τρίτον την αδιάλειπτον προσευχήν. Με νουν, με λόγον, και με καρδίαν».[100]
Χρειάζεται μεγάλη προσοχή και ακρίβεια για να δημιουργηθεί το ανάλογο υπόβαθρο στον καθένα μας προκειμένου να οικοδομήσουμε το νοητό οικοδόμημα της ευχής. Ο Γέροντας Αρσένιος ο συνασκητής του Γέροντος Ιωσήφ, μας λέει πως έδιωχναν τους πειρασμούς με την ευχή: «Όταν ερχόταν ο πειρασμός, εμείς ελέγαμε την ευχή με όλη μας την ψυχή. Εδίναμε όλον τον εαυτόν μας στον Θεόν. Η ευχή έτρεχε γρήγορα αλλά και καθαρά. Ο νους μας κολλούσε στο νόημα της ευχής. Κολλούσαμε στην προσευχή, στον Χριστό μας. Ερχόταν μέσα μας γαλήνη, χαρά, δάκρυα. Και τότε… ο πειρασμός άφαντος. Του λέγαμε και ευχαριστώ».[101]
Είναι γνωστό πως αν κάποιος δεν προσέξει και δώσει κάποιο δικαίωμα στον εχθρό της σωτηρίας μας χάνει την ευχή και πρέπει να κοπιάσει πολύ για να την ξαναβρεί. Μας το λέει ο Γέροντας Αρσένιος: «Συμβαίνει όμως πολλές φορές, όταν δώσουμε δικαίωμα την ημέρα με κάποιαν παρακοήν, αργολογίαν, αντιλογίαν, κάποιον λογισμόν υπερηφανίας, φθόνου, κατακρίσεως κ.τ.λ. και η αδιάλειπτος ευχή να κοπή από τα χείλη αλλά και η αγρυπνία της νύχτας ν’ αποβή κόπος και πόνος. Αλλά κάποτε και χωρίς να δώσουμε δικαίωμα συμβαίνει κάτι παρόμοιο».[102]
Προϋποθέσεις για να επιτύχουμε στον αγώνα της ευχής είναι η αποφυγή της κατακρίσεως και της αργολογίας, η επιμέλεια και η σιωπή την ώρα του διακονήματος (για τους μοναχούς), η υπακοή χωρίς αντιλογία. Ακόμα η ταπείνωση και η αυτομεμψία καθώς θα έχουμε διαρκή μνήμη των αμαρτιών μας.
Ο Γέρων Ιωσήφ μακάριζε ιδιαίτερα τους υποτακτικούς λέγοντας: «Παιδί μου, εμείς με τον Γερο – Αρσένιο για να γευθούμε αυτά τα ουράνια αγαθά, εχύσαμε στην άσκησιν άφθονον αίμα. Εσείς μόνο με μίαν επιμέλεια στην υπακοή απολαμβάνετε ίσην χάριν με εμάς. Κρατάτε, τέκνα μου, την υπακοήν με όλη σας την ψυχήν».[103]
Εδώ ο Γέρων Ιωσήφ αναφέρεται στην πνευματική υπακοή που πρέπει να κοσμεί τον αληθινό μοναχό. Δεν είναι αρκετή η εξωτερική υπακοή ως προθυμία στις διάφορες διακονίες που καλείται ν’αναλάβει και να περατώσει ο μοναχός, αλλά, για να βρεί την χάρη της προσευχής, πρέπει σταδιακά το φρόνημά του να εναρμονίζεται και τελικά να ταυτίζεται με το φρόνημα του Γέροντά του.
Ειδικά για τους ανθρώπους που ζουν στον κόσμο ο Γέρων Αρσένιος συμβουλεύει: « Όταν οι επισκέπτες ενδιαφέρονταν να μάθουν για την νοεράν προσευχήν, ερωτούσε:
—Έχετε πνευματικόν; Είσαστε εξομολογημένοι; Προσεύχεσθε; Εκκλησιάζεστε; Νηστεύετε Τετάρτην και Παρασκευήν; Κοινωνάτε τακτικά;
Αν οι επισκέπτες ήσαν έγγαμοι, πρόσθετε:
—Φυλάγετε εγκράτειαν με την γυναίκα σας κατά τις νηστείες, Κυριακές, γιορτές; Κάμνετε παιδιά, όσα δώσει ο Θεός; Έχετε αγάπην με εχθρούς και φίλους;
Αν κάμνετε αυτά, τότε να μιλήσουμε για την νοεράν προσευχήν. Αν όχι, νοερά προσευχή γιόκ. Να μή χάνουμε και τα λόγια μας». [104]
Σε πολλούς από εμάς ίσως φαίνονται δύσκολα τα λόγια αυτά του π. Αρσενίου. Είναι όμως αληθινά και εγκυρότατα διότι οι Όσιοι αυτοί Πατέρες προχώρησαν και κατέκτησαν σε μεγάλο βαθμό την χάρη της ευχής. Ας μή λησμονούμε πως η ευχή είναι το ουράνιο φάρμακο που θεραπεύει τα πάθη της ψυχής και μας καθαρίζει από κάθε μολυσμό σαρκός και πνεύματος. Μας εξυψώνει και μας ενώνει με τον Χριστό μας, τον ιατρό των ψυχών και των σωμάτων. Φωτίζει τα βήματά μας και τα οδηγεί στον δρόμο του Παραδείσου. Μας πλουτίζει με τους αιώνιους θησαυρούς.
Μας βοηθά αποτελεσματικά στο να ξεπεράσουμε όλα τα προβλήματά μας. Μας ενισχύει να αντέχουμε τους πειρασμούς για να κερδίσουμε μέσα από αυτούς την αιώνια σωτηρία μας. Εμποδίζει τον πονηρό να δημιουργεί δυσκολίες στις σχέσεις με τους συνανθρώπους μας και να διαταράσσει έτσι την γαλήνη της ψυχής μας.
Ασκώντας την νοερά προσευχή και ο ίδιος ο άνθρωπος μένει έκπληκτος από τις αλλαγές που παρατηρεί μέσα του. Ο φλύαρος γίνεται σιωπηλός και εσωστρεφής, δεν επιθυμεί πιά τις συζητήσεις, έχει μία ιερά ενασχόληση, ο δειλός γίνεται ανδρείος, ο αγχώδης γαλήνιος, ο νωθρός και αμελής βιαστής, και ο απαισιόδοξος αισιόδοξος. Πλημμυρίζει από αγαθούς λογισμούς, βλέπει τους άλλους ανθρώπους καλούς, δικαιολογεί τις πτώσεις τους, γεμίζει από ευσπλαχνία, κατάνυξη και ταπείνωση.
Η νοερά προσευχή είναι ένας λειμώνας όπου σκηνώνει η Χάρις του Θεού, γι’αυτό είναι μακάριοι όσοι ασχολούνται με αυτήν. Ο Όσιος Γέρων Ιωσήφ μας προτρέπει; «όποιος θέλει ας δοκιμάζη αυτό το μέλι και γίνεται μέσα του πηγή χαράς και ευφρόσυνης».[105] Σαφής και ενθαρρυντικός ο λόγος του ευφραίνει τις ψυχές μας και μας παρακινεί να ζηλώσουμε τους θείους αγώνες και τα παλαίσματά του και να βάλουμε αρχή στο σπουδαιότατο αυτό έργο. Έχουμε μία ανεκτίμητη πνευματική κληρονομιά, τα συγγράμματα των Αγίων Νηπτικών Πατέρων και τις Επιστολές του τελευταίου Νηπτικού του καιρού μας, Οσίου Ιωσήφ. Ας την αξιοποιήσουμε.
« Εκείνο όπου τώρα δεν έχεις και σου φαίνεται δύσκολον να το κατόρθωσης, θα έλθη καιρός που θα το κατέχης και θα θαυμάζης… αρκεί μόνον εσύ να εμμένης υπομένων και ζητών την κάθαρσιν της ψυχής σου. Θα παύση και ο θυμός, θα έλθη και η ειρήνη, θα εύρης και την ανάλογον της εργασίας σου απάθειαν, θα εύρης και την ευχήν. Αρκεί να ζητής και να βιάζεσαι κατά δύναμιν… Διά τούτο ανδρίζου και ίσχυε εν Κυρίω… Η ευχή μου θα είναι πάντα μαζί σας».[106]
Συνεχίζεται…
Παραπομπές :
74.  Γέρων Ιωσήφ, Επιστ. ΛΣΤ, σελ. 216.
75.  Γέροντος Εφραίμ, Πατρικαί Νουθεσίαι, σελ. 440.
76. Επιστ. ΛΣΤ’, σελ. 214.
77. Επιστ. Θ’, σελ. 75.
78. Επιστ. ΛΖ’, σελ. 220.
79. Επιστ. ΙΑ’, σελ. 90-91.
80. Επιστ. ΛΖ’, σελ. 225-226.
81. Επιστ. IB’, σελ. 94.
82. Επιστ. ΛΖ’, σελ. 223.
83. Επιστ. Β’, σελ. 39.
84. Έκφρασις…, σελ. 21 και 17.
85. Έκφρασις…, σελ. 31.
86. Επιστ. Α΄ σελ. 35-36.
87. Επιστ. Α’, σελ. 38.
88. Επιστ. Α’, σελ. 36.
89. Επιστ. Β’, σελ. 40.
90. Επιστ. Β’, σελ. 40.
91. Επιστ. Α’, σελ. 37.
92. Επιστ. ΛΓ’, σελ. 195.
93. Επιστ. 22, Προς Μοναχόν Παντελεήμονα, Θείας Χάριτος Εμπειρίες, εκδ. I. Μ. Βατοπαιδίου, 2005.
94. Επιστ. ΛΕ’, σελ. 205.
95. Επιστ. προς Ερημίτην, κεφ. Β’, σελ. 402.
96.  Επιστ. Α’, σελ. 36.
97.  Θείας Χάριτος Εμπειρίες, σελ. 198.
98. Ρωμ. Η΄, 18.
99.  Επιστ. 23 Προς Μοναχόν Παντελεήμονα, από το βιβλίο ‘‘Θείας Χάριτος Εμπειρίες”, σελ. 202.
100.  Επιστ. MB΄, σελ. 255-256.
101. Ιωσήφ Μονάχου Διονυσιάτου «Ο Γέρων Αρσένιος ο Σπηλαιώτης» Β’ έκδοση, 2002, σελ. 105.
102. Στο ίδιο, σελ. 134.
103. Ιωσήφ Μονάχου Διονυσιάτου: «Ιερομόναχος Χαράλαμπος Διονυσιάτης», σελ. 94.
104. Ιωσήφ Μονάχου Διονυσιάτου: «Ο Γέρων Αρσένιος ο Σπηλαιώτης» Β’ Έκδοση, 2002, σελ. 91.
Πηγή: Πρωτ. Γεωργίου Τριανταφύλλου, Ο Άγιος Γέροντας Ιωσήφ ο Ησυχαστής, Ο Νηπτικός Πατήρ και Διδάσκαλος (Ταπεινή αναφορά στη ζωή και στο έργο του), εκδόσεις Ιερού Ησυχαστηρίου Παναγίας Μυρτιδιωτίσσης Θαψάνων Πάρου
 http://www.pemptousia.gr/2016/03/i-noera-prosefchi/

Κυριακή, 6 Μαρτίου 2016

Συγκλονίζει ιταλικό σκίτσο για την Ελλάδα

Ελλάδα
 «Μετανάστες στην Ευρώπη των τειχών. Μόνο η Ελλάδα έχει τα χέρια ανοιχτά». Με αυτό το σκίτσο σχολιάζει το ιταλικό έντυπο «Il Fatto Quotidiano» το Προσφυγικό.

 http://www.koutipandoras.gr/article/163726/sygklonizei-italiko-skitso-gia-tin-ellada

Σάββατο, 5 Μαρτίου 2016

Το άφθαρτο σκήνωμα του π. Βησσαρίωνος

Όταν πριν μερικά χρόνια πλημμύρισε το είναι μου από την ευωδία που εξέπεμπε μικρή ποσότητα χώματος, προερχόμενη από τον τάφο του π. Βησσαρίωνος του Αγαθωνίτη, γεννήθηκε η επιθυμία να βρεθώ, ταπεινός ικέτης, στο μοναστήρι του.
Πράγματι, στις  24 Νοεμβρίου 2011, αξιώθηκα της ιδιαίτερης ευλογίας να επισκεφθώ την Ιερά Μονή Αγάθωνος και να  προσκυνήσω το άφθαρτο λείψανο του  Γέροντα Βησσαρίωνα.
Η είσοδός μας στο παρεκκλήσιο, όπου φυλάσσεται το ιερό σκήνωμα, μας γέμισε με ιερό δέος και ευγνωμοσύνη προς τον Άγιο Θεό για το μέγιστο θαύμα που αξιωθήκαμε να ζήσουμε στις μέρες μας.
Ο χώρος κατακλύζεται από μια άρρητη ευωδία. Το ιερό σκήνωμα αναλλοίωτο στη λάρνακα, στέκει εκεί ως απτή μαρτυρία της ύπαρξης αγίων σε κάθε εποχή. Το φέρετρο, τα άμφια του Γέροντα, τα υποδήματά του, ακόμη και το μικρό ευαγγέλιο που κρατούσε κατά την ταφή του, παραμένουν ανέγγιχτα από το χρόνο (το μικρό αυτό ευαγγέλιο προσπάθησε να αφαιρέσει ο μακαριστός Πάνος Γιαμαρέλλος, χωρίς επιτυχία. Όταν όμως είπε: “Παππούλη, θα μου το δώσεις;” το αναλλοίωτο χέρι του Γέροντα χαλάρωσε και ο ιατροδικαστής το πήρε και το ξεφύλλισε).
DSC01578 
Η συζήτηση με τον Ηγούμενο της μονής, π. Δαμασκηνό Ζαχαράκη, ήταν ιδιαίτερα αποκαλυπτική για την αγία ζωή και το έργο του Γέροντα.
Κληρικοί και λαϊκοί της περιοχής ήταν βέβαιοι για την αγιότητά του και μέχρι σήμερα θυμούνται την αγάπη και τη βοήθεια που προσέφερε σε όλους ( “τον θυμάμαι, περνούσε συχνά από δω, βοηθούσε όλο τον κόσμο. Δεν ξέρω αν είναι άγιος, αλλά σίγουρα ήταν Άνθρωπος”, μας είπε ο υπάλληλος ενός βενζινάδικου, όταν είπαμε πως κατεβαίναμε από το μοναστήρι).
Ήταν Μάρτιος του 2006, όταν όλα τα Μ.Μ.Ε. άρχισαν να μιλούν για το θαυμαστό γεγονός- τα περισσότερα, βέβαια, βλέποντάς το από τη δική τους στρεβλή οπτική γωνία: μουμιοποίηση λόγω αναερόβιου περιβάλλοντος, το σκήνωμα λειώνει και αποτελεί εστία μικροβίων και άλλα τέτοια.
Μόνο ο αείμνηστος Πάνος Γιαμαρέλλος έθεσε τα πράγματα στη σωστή τους βάση: μας αποκάλυψε ο π. Δαμασκηνός, ότι όταν τελείωσε την εξέταση του λειψάνου και άρχισε να βγαίνει από τον χώρο που βρισκόταν το ιερό σκήνωμα, έκανε στροφή 180 μοιρών μονολογώντας: “πότε θα μου δοθεί η ευκαιρία να προσκυνήσω άγιο”. Γύρισε, φίλησε το χέρι του Γέροντα και γυρνώντας στον π. Δαμασκηνό είπε: “πάμε τώρα να συντάξω την έκθεσή μου. Και θα πρέπει να είναι καλή, γιατί αύριο θα πέσουν σαν λύκοι να με φάνε”. Πόσο δίκαιο είχε!!! Ο πόλεμος μαινόταν καιρό από συναδέλφους του και άλλους.
Πώς αποκαλύφθηκε το άφθαρτο σκήνωμα
Όπως μαρτυρά ο π. Δαμασκηνός, ποτέ δεν πέρασε απ' το μυαλό τους η σκέψη για εκταφή του Γέροντα. Αντιθέτως, βλέποντας τις εκδηλώσεις σεβασμού και τιμής τόσων ανθρώπων προς τον τάφο του Γέροντα, σκέπτονταν αυτό το χώρο, μέσα στον οποίο ήταν ο τάφος, να τον μεγαλώσουν και να τον μετατρέψουν σε μικρό ναό.
Έπρεπε όμως να γίνουν έργα αντιστηρίξεως στο μοναστήρι και οι Υπηρεσίες της Νομαρχίας Φθιώτιδας επέμεναν πώς για να γίνει σωστή αντιστήριξη θα έπρεπε να γκρεμιστούν τα κτίρια της ανατολικής πλευράς-ανάμεσά τους και ο χώρος όπου βρισκόταν ο τάφος του Γέροντα. Έτσι αποφασίστηκε η εκταφή με την έγκριση του Μητροπολίτη.
Για το σπουδαίο γεγονός πήγαν στη Μακρακώμη σε γνωστό τους ξυλουργό και τον παρακάλεσαν να φτιάξει ένα κιβώτιο απ' το καλύτερο ξύλο που είχε, για να βάλουν μέσα τα οστά του π. Βησσαρίωνα. Χάρηκε ιδιαίτερα ο ξυλουργός γιατί αυτός αξιώθηκε να κατασκευάσει το κιβώτιο- από παιδάκι σεβόταν τον Γέροντα. Κάποια μέρα, ενώ κατασκεύαζε το κιβώτιο, μπήκε στο ξυλουργείο του ένας από τους ιερείς της πόλης.
“Τι κάνεις εκεί”; ρώτησε τον ξυλουργό.
“Φτιάχνω το κιβώτιο, στο οποίο θα βάλουν τα οστά του π. Βησσαρίωνα”, του είπε με χαρά.
“Άδικα παιδεύεσαι”, του απάντησε ο ιερέας.
“Ο π. Βησσαρίων θα χρειαστεί Λάρνακα”!
DSCN1442Περίμεναν μια κατάλληλη για την  εκταφή ημέρα. Αυτή ήταν η 3η Μαρτίου του 2006. Μια ηλιόλουστη μέρα. Μετά την πρωινή λειτουργία, πήγαμε, λέει ο π. Δαμασκηνός, στο αρχονταρίκι, ήπιαμε ένα τσάι και μόλις βγήκε ο ήλιος είπα: “Πατέρες και αδελφοί, πορευόμεθα προς τον τάφον του Γέροντος, ως εις Άγιον”!
Κατέβηκαν στον τάφο, διάβασαν τρισάγιο και ένας-ένας προσκυνούσαν και φιλούσαν τον τάφο. Με ένα κασμά άρχισαν να αφαιρούν τούβλα από την μπροστινή πλευρά του τάφου.
Την ώρα της εκταφής ένα φως εμφανίστηκε πάνω από τη μονή Αγάθωνα, το οποίο είδαν και φωτογράφησαν πολλοί και αναρωτιόντουσαν τι είναι).
Όταν βγήκαν τα πρώτα τούβλα είδαν μέσα το φέρετρο του π. Βησσαρίωνα “΄άφθαρτο”-κάτι που τους εντυπωσίασε. Μια ευωδία απλώθηκε σε όλο το χώρο. Και αυτή η ευωδία παρέμεινε στον τάφο και την αισθάνθηκαν χιλιάδες προσκυνητές που πήγαν να προσκυνήσουν τον Γέροντα. Σιγά -σιγά έβγαλαν το φέρετρο και το μετέφεραν στο νέο νεκροταφείο της μονής για να μπορέσουν κάτω από τον ήλιο να συλλέξουν τα οστά του Γέροντα. Όταν σήκωσαν το σκέπασμα είδαν ότι το σάβανο ήταν άθικτο, καινούργιο, όπως τότε στην ταφή (15 χρόνια, 1 μήνα και 9 ημέρες πριν). Με προσοχή αφαίρεσαν το σάβανο και τον αέρα που σκέπαζε το πρόσωπό του και τότε είδαν το σώμα του Γέροντα ολόκληρο, άφθαρτο και ευωδιάζον. Στη συνέχεια μετέφεραν το φέρετρο μπροστά στην Ωραία Πύλη του Ναού και τηλεφώνησαν στον Μητροπολίτη.
Ο Σεβασμιώτατος κ.κ. Νικόλαος, συγκλονισμένος από την είδηση, έφτασε πολύ γρήγορα στο μοναστήρι. Προσκύνησε το σκήνωμα, διάβασε τρισάγιο και έδωσε εντολή να μεταφέρουν το σκήνωμα στον ναό της Αγίας Τριάδος, προς προσωρινή φύλαξη. Ενημέρωσε την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος, η οποία ονόμασε το γεγονός “Σημείον του Θεού”. Ο Μητροπολίτης, λίγες μέρες πριν τη γιορτή του Ευαγγελισμού, ανακοίνωσε το μεγάλο γεγονός στους πιστούς.
Το σκήνωμα μεταφέρθηκε σε παρεκκλήσιο του καθολικού, όπου βρίσκεται μέχρι σήμερα.
Ποιος ήταν όμως ο π. Βησσαρίων;
Ο π. Βησσαρίων γεννήθηκε στο Πεταλίδι Μεσσηνίας το 1908. Ανδρέας Κορκολιάκος  ήταν το κοσμικό του όνομα. Σε ηλικία 20 ετών εκάρη μοναχός στην ιερά μονή Δήμιοβας Μεσσηνίας. Το 1931 χειροτονήθηκε διάκονος στην Καλαμάτα και το 1933 πρεσβύτερος, παίρνοντας και το οφφί­κιο του αρχιμανδρίτη. Το 1935 μετακινήθηκε στη μητρόπολη Θεσσαλιώτιδος και γράφτηκε στο μο­ναχολόγιο της ιεράς μονής Κορώνης. Εκεί ανέπτυξε τεράστιο πνευματικό έργο, αναλώνοντας τον εαυτό του στη διακονία του καλού ποιμένα.
Μόχθησε πολύ ο γέροντας στα δύσκολα εκείνα χρόνια της κατοχής, διακονώντας τον λαό του Θεού που χειμαζόταν από τη φτώχεια, την πείνα και τις αρρώστιες.
Δύο περιστατικά, τα οποία καταγράφει ο σημερινός ηγούμενος της μονής  Αγάθωνος π. Δαμα­σκηνός στο βιβλίο του, δείχνουν τους αγώνες, αλλά και την ομορφιά της ψυχής του γέροντα:
Προπαραμονή Χριστουγέννων του 1988, στο αρχονταρίκι της μονής, ο γέροντας άρχισε να κλαί­ει. Στο ερώτημα του π. Δαμασκηνού, αποκάλυψε ένα γεγονός που είχε συμβεί κατά τη Θεία Λει­τουργία των Χριστουγέννων του 1941 σ' ένα χωριό της Καρδίτσας. “Όταν βγήκα στην Ωραία Πύλη με το Άγιο Ποτήριο στα χέρια και είπα το “μετά φόβου Θεού, πίστεως και αγάπης προσέλθετε”, άρ­χισαν να έρχονται για τη Θεία Κοινωνία όλοι οι χωριανοί. Μια νεαρή μάνα έφερε εκεί μπροστά μου το σκελετωμένο παιδάκι της, άνοιξε το στοματάκι του και το κοινώνησα, αλλά παιδί μου... κι' άρχι­σε πάλι να κλαίει ο Γέροντας -θυμάται ο π. Δαμασκηνός- κρατούσε σφικτά το καημένο με τ' αδυνα­τισμένα χεράκια του το ιερό μάκτρο και μου φώναζε κλαίγοντας: Κι' άλλο Παππούλη, κι άλλο. Πει­νούσε το παιδάκι μου. Λύγισαν τα γόνατά μου, μια τρεμούλα απλώθηκε σ' όλο το κορμί μου, βούρ­κωσαν τα μάτια μου και, για να μην με δουν οι πιστοί, επέστρεψα στην Αγία Τράπεζα. Αφήκα το Ποτήριον και κάθισα σ' ένα σκαμνάκι και έκλαψα και είπα με ανθρώπινο παράπονο: Γιατί Θεέ μου αφήκες την πατρίδα μου να έλθει σε τέτοια δυστυχία; Λυπήσου Κύριε τα παιδιά μας!”
Ένα απόγευμα πήγε στο μοναστήρι ένας επισκέπτης που στο πέτο του φορούσε ένα σήμα. Ο π. Βησσαρίων τον ρώτησε τι σήμα είναι αυτό.
“Είναι το σήμα της εθνικής αντιστάσεως, πάτερ”, του απάντησε εκείνος.
“Εγώ, παιδί μου,το έχω εδώ” είπε και του έδειξε τον λαιμό του.
Το βράδυ στο επίμονο ερώτημα του π. Δαμασκηνού απάντησε:
“Να, τότε στην κατοχή,πήγα να ελευθερώσω κάποια παιδιά που είχαν συλλάβει οι Γερμανοί και επρόκειτο να τα εκτελέσουν. Ο Γερμανός αξιωματικός άκουσε τις παρακλήσεις μου και έδωσε εντολή να αφεθούν τα παιδιά ελεύθερα. Γύρισε μετά προς το μέρος μου και απότομα έριξε με το πολυβόλο του μια ριπή  μπροστά στα πόδια μου. Τρόμαξα πολύ. Η φωνή μου κόπηκε. Από τότε κλονίστηκε και χρόνο με το χρόνο χειροτέρευε. Δόξα σοι ο Θεός”!
DSCN1445 
Ο π. Βησσαρίων φεύγοντας από την Θεσσαλιώτιδα, πήγε στην Φθιώτιδα, το 1955, και γράφτηκε στο μοναχολόγιο της ιεράς μονής Αγάθωνος. Προσέφερε τις υπηρεσίες του για 30 συνεχή χρόνια.
Υπήρξε διάκονος Θεού και ανθρώπων, πατέρας και παππούλης αμέτρητων ανθρώπων.
Ο π. Βησσαρίων, μαρτυρά ο π. Δαμασκηνός, ήταν αγιασμένη μορφή και αυτό φαινόταν. Το έβλεπαν και το ομολογούσαν όσοι τον γνώριζαν. Το σώμα του ήταν ασκητικό, ντυμένο με το φτω­χικό του ράσο. Το πρόσωπό του έλαμπε. Τα χείλη του όλη μέρα ψέλλιζαν λόγια προσευχής. Πολλές φορές οι συμμοναστές του τον άκουγαν να κουβεντιάζει με κάποιον στο καθολικό της μονής. Όταν έμπαιναν δεν έβλεπαν κανέναν. Μιλούσε με την Παναγία, τον όσιο Αγάθωνα; Ο Θεός ξέρει.
Η προσευχή του ευεργετούσε πολλούς συνανθρώπους μας:
Κάποια πρεσβυτέρα είχε πρόβλημα στα χέρια της. Έβγαλε εξανθήματα και πονούσε πολύ. Τα φάρμακα δεν την βοηθούσαν. Ένα βράδυ πήγε ο Γέροντας στο σπίτι της. Τον παρακάλεσε να προ­σευχηθεί γι αυτήν. Της είπε ότι θα κάνουν μαζί προσευχή. Εκείνη θα διάβαζε την παράκληση της Παναγίας επί 40 ημέρες και εκείνος θα προσευχόταν. Υπάκουσε στην προτροπή του και Ω του θαύ­ματος! Τα χέρια της καθάρισαν τελείως και θεραπεύτηκαν.
Αγαπούσε πολύ τους ανθρώπους:
Κάθε Τρίτη άνοιγε τις τοπικές εφημερίδες και κοίταζε τα τροχαία δυστυχήματα του Σαββατοκύ­ριακου. Με δάκρυα στα μάτια έγραφε τα ονόματα των νεκρών και των τραυματιών. Πήγαινε στη συνέχεια στο ναό και διάβαζε τρισάγιο για τις ψυχές των νεκρών και παράκληση για τους τραυμα­τίες.
Παροιμιώδης υπήρξε η ελεημοσύνη του. Χόρτασε νηστικούς, ξεδίψασε διψασμένους, έντυσε γυ­μνούς, βοήθησε αρρώστους και επισκέφθηκε φυλακισμένους. Πάντοτε κρυφά. Κανένας δεν ήξερε το έργο του. Η δράση του ήταν μυστική. Ο Θεός γέμιζε την τσέπη του, κι αυτός μοίραζε. Τίποτε δεν κρατούσε  για τον εαυτό του, όλα τα έδινε στους φτωχούς.
 Ήταν φιλακόλουθος. Με το χτύπημα του ταλάντου, βρισκόταν στο ναό. Πολλές φορές διάβαζε τους κανόνες και ό,τι άλλο διαβάζεται χύμα. Δεν έψελνε, γιατί δεν του επέτρεπε η αδύνατη-βραχνή φωνή του. Όταν λειτουργούσε δυσκολευόταν πολύ. Ήρεμος και γαλήνιος ο Γέροντας, ντυμένος την απλοϊκή ιερατική του στολή, έλαμπε ολόκληρος.
Η κατ' εξοχήν διακονία του στο μοναστήρι ήταν αυτή της ιεράς Εξομολογήσεως.  Με μοναδικό τρόπο προσέγγιζε τις ταλαιπωρημένες από την αμαρτία ψυχές.
Όρθιος σαν λαμπάδα, απ' το πρωί ως το βράδυ, μπροστά στο καθολικό της μονής, ακούραστος, ακαταπόνητος. Πάντοτε καλοσυνάτος και γελαστός, υποδεχόταν τους προσκυνητές. Άνοιγε συζήτη­ση μαζί τους και σιγά-σιγά τους περισσότερους τους οδηγούσε στην εξομολόγηση. Μέσα στο εξο­μολογητήριο, με τη βραχνή φωνούλα του, λέει και πάλι ο π. Δαμασκηνός, σε σαγήνευε. Άπλωνε μέσα στην ψυχή σου και σου έπαιρνε τις αμαρτίες. Με πολλή αγάπη πάσχιζε να βοηθήσει τους αν­θρώπους να καθαρίσουν την ψυχή τους.
Ένας γιατρός μας είπε, γράφει ο π. Δαμασκηνός, πως πριν από χρόνια έφερε ένα φίλο του στο μοναστήρι, για να γνωρίσει τον π. Βησσαρίωνα. Ο γιατρός ζήτησε από τον Γέροντα να τον εξομο­λογήσει. Όταν έβαλε το πετραχήλι του πάνω στο κεφάλι του, για να του διαβάσει την συγχωρητική ευχή, ένοιωσε το πετραχήλι σιγά σιγά να θερμαίνεται, μέχρι που τον έκαιγε. Το ίδιο ένοιωσε κι ο φίλος του, με τον σταυρό που του έβαλε στο κεφάλι ο Γέροντας για να τον διαβάσει. Δεν είπανε τί­ποτα στον Γέροντα. Φίλησαν  το χέρι του συγκλονισμένοι και έφυγαν.
Ένας γέροντας πνευματικός από την Αθήνα είπε πως την ώρα που συζητούσε με τον π. Βησ­σαρίωνα στο δωμάτιό του, στο μοναστήρι, το δωμάτιο πλημμύρισε από φως.
“Τι συμβαίνει”; τον ρώτησε ο πνευματικός.
Ο π. Βησσαρίων πήγε ως την πόρτα και γυρνώντας του είπε: “Μας επισκέφθηκε η μητέρα του Κυρίου μας, δεν την κατάλαβες;”.
DSCN1444 
Ένας άλλος πνευματικός, Αθηναίος κι' αυτός, πήγε κάποτε στη Λαμία, για να μιλήσει σε ένα Ιε­ρατικό Συνέδριο για την Εξομολόγηση. Περιμένοντας μέσα στο ιερό βήμα  ν' αρχίσει το συνέδριο, έβλεπε τους κληρικούς που προσκυνούσαν την Αγία Τράπεζα και έβγαιναν να πάρουν τις θέσεις τους. Πέρασε ανάμεσά τους κι ένας Γέροντας κληρικός. Στο πέρασμά του ένοιωσε ευωδία και ρώτησε να μάθει ποιος είναι. Είναι ο π. Βησσαρίων ο πνευματικός, του απάντησαν.
Πολλές φορές δεχόταν πόλεμο του σατανά και πάλευε μαζί του.
Θυμάται ο π. Δαμασκηνός:
Ένα βράδυ καθόμασταν στη βεράντα της μονής. Ακούσαμε ξαφνικά τον π. Βησσαρίωνα μέσα στο δωμάτιό του να φωνάζει. Τρέχουμε αμέσως και τον είδαμε να είναι μαζεμένος κουβάρι στην κορυφή του κρεβατιού του. Ήταν αναστατωμένος, το κορμί του έτρεμε.
“Τι σου συμβαίνει παππούλη”; Τον ρώτησα.
“Να παιδί μου”, μου είπε, και μου έδειξε τη γωνία του δωματίου.
“Εκεί είναι ένα μαύρο θηρίο, που μου επιτίθεται. Ορμάει καταπάνω μου και με φοβερίζει”.
Καθίσαμε μαζί του κάμποση ώρα. Ηρέμησε σιγά -σιγά, τον καληνυχτίσαμε και φύγαμε. Το πρωί με κάλεσε και μου είπε να βρω δύο καλά ξύλα και να του φτιάξω ένα μεγάλο Σταυρό. Έφτιαξα ένα Σταυρό και του τον έδωσα.
“Θα τον βάλω στο προσκεφάλι μου, μου είπε, κι  ας τολμήσει να ξανάρθει τώρα ο πονηρός. Θα υψώσω τον σταυρό του Κυρίου μου και θα φύγει”.
Χιλιάδες οικογένειες ανακούφισε ο ευλογημένος Γέροντας. Σπούδασε παιδιά,προίκισε κορίτσια. Βοηθούσε ασθενείς. Ενίσχυε πολλές εκκλησίες και βοηθούσε τα ιδρύματα.
Πολλοί χριστιανοί λένε, και το θεωρούν ιδιαίτερη ευλογία, πως κοιμήθηκε στο σπίτι τους. Κάποιοι απ' αυτούς κάνουν λόγο και για θαυμαστά γεγονότα που είδαν και έζησαν με τον Γέροντα.
Σ' ένα σπίτι στη Λοκρίδα, είδαν οι οικείοι τον π. Βησσαρίωνα τη νύχτα να προσεύχεται στο δωμάτιό του γονατιστός, λουσμένο μέσα στο φως και υψωμένο πάνω από το πάτωμα του δωματίου.
Πολλά περιστατικά δείχνουν πως τον π. Βησσαρίωνα τον μετακινούσε, πολλές φορές, η χάρις του Θεού.
Κάθε Δευτέρα και Τρίτη, πήγαινε στα Νοσοκομεία της Λαμίας. Από κρεβάτι σε κρεβάτι, έβλεπε όλους τους ασθενείς, τους παρηγορούσε και τους βοηθούσε.
DSC01577Κάποτε στο νοσοκομείο της Λαμίας συνάντησε έναν βαρειά άρωστο άνθρωπο με προχωρημένο καρκίνο, σχεδόν στα τελευταία του. Πήγε κοντά του και κάθισε δίπλα του.
“Τι κάνεις παιδί μου;”, τον ρώτησε
“Δεν είμαι καλά παππούλη, πεθαίνω”.
“Παιδί μου έχω ένα φάρμακο που θα σε κάνει καλά”.
“Τι φάρμακο, παππούλη; Όλα τα πήρα και καμιά  ωφέλεια δεν είδα”
“Αυτό το φάρμακο που έχω εγώ, δεν το πήρες. Θέλεις να σου το φέρω;”
“Φέρτο μου, παππούλη”.
Τον εξομολόγησε και πήγε και του έφερε την θεία Κοινωνία. Ανασηκώθηκε ο ασθενής, έκαμε τον σταυρό του κλαίγοντας και Κοινώνησε.
“Παιδιά μου, είπε ο Γέροντας, ο άνθρωπος αυτός έγινε καλά! Τελείως καλά και πήγε γερός στο σπίτι του”.
Το σώμα του ήταν ασθενικό. Προσβάλλονταν εύκολα από κρυολογήματα.
Ένα γερό κρυολόγημα, στα 83 του χρόνια, εξελίχθηκε σε πνευμονία που τον οδήγησε τελικά στο νοσοκομείο “Σωτηρία”. Ύστερα από 13 ημέρες νοσηλείας, έχοντας στο πλευρό του τον ηγούμενό του π. Γερμανό, ο π. Βησσαρίων, ο άγιος των πτωχών και των βασανισμένων, εκοιμήθη εν Κυρίω.
Πλήθος κόσμου τον αποχαιρέτισε με δάκρυα στα μάτια, παρά το δριμύ ψύχος.
Ο μακαριστός μητροπολίτης Δαμασκηνός τελείωσε τον σύντομο λόγο του, κατά την νεκρώσιμη ακολουθία, με τα παρακάτω λόγια: “Σήμερα χριστιανοί μου, κηδεύουμε έναν Άγιο”!
Μαρτυρίες χριστιανών και συμμοναστών του επιβεβαιώνουν την αγιότητά του, πριν επισφραγισθεί με την εκταφή του.
Μια μέρα, πριν το σαρανταήμερο μνημόσυνο, λέει ο π. Δαμασκηνός, μπήκα στο ιερό βήμα του καθολικού από τη νότια πύλη και βλέποντας προς το μέρος της Αγίας Τράπεζας, είδα στο απέναντι παρεκκλήσιο τον π. Βησσαρίωνα ολοζώντανο. Αγαλλίασε η ψυχή μου. “Πάτερ μου”, φώναξα, και κινήθηκα πίσω από την αγία Τράπεζα, για να πάω σιμά του. Όταν έφθασα, ο παππούλης δεν ήταν εκεί!
Μια άλλη μέρα ο Νίκος, δόκιμος στο μοναστήρι, μπήκε στο παρεκκλήσιο του αγίου Χαραλάμπους, όπου και το εξομολογητήριο που εξομολογούσε ο Γέροντας και είδε πάνω στην καρέκλα του ένα λευκό περιστέρι. Άπλωσε και το πήρε στα χέρια του χωρίς αυτό να ταραχθεί καθόλου. Το φίλησε στο κεφάλι και βγήκε έξω να το ελευθερώσει. Το περιστέρι χάθηκε από τα χέρια του, χωρίς να ακουστεί το φτερούγισμά του. Ο γέροντας Γερμανός είπε πως ήταν η ψυχή του Παππούλη.
Ένας ιερέας ανέβηκε στο μοναστήρι με κάποιους συγγενείς του. Προσκύνησαν την Παναγία και τον όσιο Αγάθωνα και μετά κατέβηκαν στον τάφο. Εκεί ο ιερέας θέλησε να διαβάσει ένα τρισάγιο. Φόρεσε το πετραχήλι του, αλλά επειδή είδε πως είχαν σωθεί τα καρβουνάκια, είπε: “Πάτερ, συγχώρεσέ με που θα διαβάσω χωρίς θυμίαμα”. Άρχισε το τρισάγιο και όταν έψαλε το “μετά πνευμάτων δικαίων και τετελειωμένων...”, ο τάφος του Γέροντα μοσχοβόλησε από μόνος του!
Πολλά γράμματα έφτασαν και φτάνουν στο μοναστήρι, στα οποία πολλοί συνάνθρωποί μας  εξιστορούν θαύματα που έκανε και κάνει ο π. Βησσαρίων σ' αυτούς.
Πηγές:
  1. Αρχ.  Δαμασκηνού Ζαχαράκη, Πώς έζησα τον Γέροντα Βησσαρίωνα τον Αγαθωνίτη
  2. Αρχ. Δαμασκηνού Ζαχαράκη, Το χρονικό της εκταφής του αφθάρτου σκηνώματος του οσίου πατρός ημών Βησσαρίωνος του Αγαθωνίτου
ppanopoulos
 
ΣΧΟΛΙΟ: Οση αλήθεια καί άν διεκδικούν οι Παλαιοημερολογίτες, όση συμφωνία τών Πατέρων καί άν εξασφαλίζουν, μετά τόσα χρόνια, δέν έχουν Αγίους. Λυπηρό γιά τούς αγωνιστές τής αλήθειας αλλά πραγματικό. Αλλού βρίσκεται η Σωτηρία τού Κυρίου. Ούτε στό διάβασμα. ούτε στό δίκαιο.
 
Αμέθυστος 
 http://amethystosbooks.blogspot.gr/