Κυριακή, 29 Σεπτεμβρίου 2013

Ο Ψ Ε Ι Σ Τ Ο Υ Θ Η Λ Υ Κ Ο Υ (7)

Ο Ψ Ε Ι Σ Τ Ο Υ Θ Η Λ Υ Κ Ο Υ (7)

Συνέχεια από Πέμπτη 26 Σεπτεμβρίου 2013  

Ο ΓΑΜΟΣ ΣΑΝ ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΗ ΣΧΕΣΗ   (συνέχεια)


Αυτός που περιέχεται αισθάνεται ότι ζη αποκλειστικά μέσα στα όρια του γάμου του· η στάση του απέναντι στον γαμήλιο σύντροφο είναι ενιαία· έξω από τον γάμο δεν υπάρχουν ουσιαστικές υποχρεώσεις, ούτε δεσμευτικά ενδιαφέροντα. Η δυσάρεστη πλευρά αυτής της κατά τα άλλα ιδανικής συντροφικής σχέσης είναι η ανησυχητική εξάρτηση από μια προσωπικότητα που ποτέ δεν μπορεί να γίνη ορατή στην ολότητά της, και επομένως δεν είναι απόλυτα αξιόπιστη και σταθερή. Το μεγάλο πλεονέκτημα βρίσκεται στην ενιαία φύση της απλούστερης προσωπικότητας, και αυτό είναι ένας παράγοντας που δεν πρέπει να υποτιμηθή στην ψυχική οικονομία.

Αυτός που περιέχει, από την άλλη μεριά, ο οποίος σύμφωνα με την τάση του να αφαιρή στοιχεία του χαρακτήρα του έχει μια ιδιαίτερη ανάγκη να ενοποιηθή μέσα από την αδιαίρετη αγάπη για έναν άλλον, θα μείνη πολύ πίσω σε αυτήν την προσπάθεια, που είναι φυσικά πολύ δύσκολη για αυτόν, σε σχέση με την απλούστερη προσωπικότητα. Επειδή αναζητά στην τελευταία όλες τις λεπτές διακρίσεις και συνθετότητες που θα συμπλήρωναν και θα αντιστοιχούσαν στις δικές του πλευρές, διαταράσσει την απλότητα του άλλου. Δεδομένου ότι σε κανονικές συνθήκες η απλότητα έχει πάντα το πλεονέκτημα απέναντι στην πολυπλοκότητα, θα αναγκασθή πολύ σύντομα να εγκαταλείψη τις προσπάθειές του να προκαλέση λεπτές και σύνθετες αντιδράσεις σε μια απλούστερη φύση. Και αρκετά σύντομα η σύντροφός του, που σύμφωνα με την απλούστερη φύση της [Σημ: Σε αυτό και στα ακόλουθα χωρία, για χάρη της σαφήνειας υπέθεσα σαν περιέχοντα τον άνδρα και σαν περιεχόμενο την γυναίκα. Αυτή η υπόθεση οφείλεται αποκλειστικά στις απαιτήσεις της αγγλικής γραμματικής, και δεν πηγάζει από το γερμανικό κείμενο. Δεν χρειάζεται να πούμε ότι η κατάσταση θα μπορούσε θαυμάσια να είναι η αντίστροφη – R.F.CHull] περιμένει απλούστερες απαντήσεις από αυτόν θα του δώση αρκετά, κρυσταλλώνοντας τις σύνθετες πλευρές του με την αιώνια επιμονή της στις απλές απαντήσεις. Θέλοντας και μη, η πολύπλοκη προσωπικότητα θα πρέπει να αποσυρθή στον εαυτό της μπροστά στην πειθώ της απλότητας. Οποιαδήποτε πνευματική προσπάθεια, όπως η ίδια η διαδικασία της συνειδητοποίησης, είναι τόσο κουραστική για τον μέσο άνθρωπο ώστε αυτός να προτιμάη πάντα το απλό, ακόμη και όταν αυτό συμβαίνει να μην είναι η αλήθεια. Και όταν αυτό αντιπροσωπεύει την μισή αλήθεια, τότε όλα τέλειωσαν γι’ αυτόν. Η απλούστερη φύση ενεργεί πάνω στην πιο σύνθετη σαν ένα δωμάτιο που είναι πολύ μικρό, που δεν του δίνει αρκετό χώρο. Η σύνθετη φύση, από την άλλη μεριά, δίνει στην απλούστερη πάρα πολλά δωμάτια με πολύ χώρο, έτσι ώστε αυτή δεν ξέρει πού πραγματικά ανήκει. Έτσι συμβαίνει πολύ φυσικά η πιο σύνθετη προσωπικότητα να περιέχη την απλούστερη. Η πρώτη δεν μπορεί να απορροφηθή στην δεύτερη, αλλά την περιβάλλει χωρίς η ίδια να περιέχεται από αυτήν. Παρ’ όλα αυτά, επειδή το πιο σύνθετο έχει ίσως μεγαλύτερη ανάγκη να περιβληθή από ότι το απλό, η σύνθετη προσωπικότητα νοιώθει έξω από τον γάμο, και γι’ αυτό πάντα παίζει τον προβληματικό ρόλο. Όσο πιο πολύ προσκολλάται ο σύντροφος που περιέχεται, τόσο αυτός που περιέχει αισθάνεται αποκλεισμένος από την σχέση. Αυτός που περιέχεται μπαίνει μέσα σε αυτήν με την προσκόλλησή του, και όσο πιο πολύ πιέζει, τόσο αυτός που περιέχει είναι λιγώτερο ικανός να ανταποκριθή. Επομένως έχει την τάση να κοιτάξη έξω από το παράθυρο, χωρίς αμφιβολία ασυνείδητα στην αρχή· αλλά με την είσοδο στην μέση ηλικία ξυπνάει μέσα του μια πιο έντονη επιθυμία για εκείνη την ενότητα και το αδιαίρετο που του είναι πιο απαραίτητα εξ αιτίας της διάσπασης του χαρακτήρα του. Σε αυτήν την καμπή είναι δυνατόν να συμβούν πράγματα που φέρνουν την σύγκρουση στην αποκορύφωσή της. Η σύνθετη προσωπικότητα συνειδητοποιεί το γεγονός ότι αναζητά συμπλήρωση, αναζητά το περίβλημα και το αδιαίρετο που πάντα της έλειπαν. Για την προσωπικότητα που περιέχεται, αυτό είναι μόνο μια επιβεβαίωση της ανασφάλειας που πάντα αισθανόταν τόσο οδυνηρά· ανακαλύπτει ότι στα δωμάτια που προφανώς ανήκαν σ’ αυτήν κατοικούσαν άλλοι, ανεπιθύμητοι επισκέπτες. Η ελπίδα της ασφάλειας εξαφανίζεται, και αυτή η απογοήτευση την ωθεί να στραφή ενάντια στον εαυτό της, εκτός και αν με απεγνωσμένες και βίαιες προσπάθειες μπορέση να κάνη τον σύντροφό της να παραδοθή, και να αποσπάση από αυτόν την ομολογία ότι η επιθυμία του για ενότητα δεν είναι τίποτε άλλο από μια παιδιάστικη ή αρρωστημένη φαντασία. Εάν αυτές οι τακτικές δεν πετύχουν, η αποδοχή της αποτυχίας μπορεί να της κάνει πραγματικά καλό, υποχρεώνοντας της να αναγνωρίση ότι η ασφάλεια που τόσο απεγνωσμένα ζητούσε στον άλλο βρίσκεται μέσα της. Με αυτόν τον τρόπο βρίσκει τον εαυτό της και ανακαλύπτει στην δική της απλούστερη φύση όλες εκείνες τις πολυπλοκότητες που ο περιέχων είχε αναζητήσει μάταια.

Εάν ο περιέχων δεν συντριβή μπροστά σε αυτό που συνηθίζουμε να ονομάζουμε «απιστία», αλλά συνεχίση να πιστεύη στην εσωτερική δικαίωση της επιθυμίας του για ενότητα, θα πρέπει να ανεχθή την αυτοδιάσπασή του προς το παρόν. Μια εσωτερική διάσπαση δεν θεραπεύεται με το οριστικό ξέκομμα, αλλά με την πληρέστερη αφομοίωση. Όλες οι δυνάμεις που παλεύουν για την ενότητα, όλη η υγιής επιθυμία για τονισμό του εγώ, θα αντισταθούν στην αποσύνθεση, και με αυτόν τον τρόπο ο άνθρωπος θα συνειδητοποιήση την δυνατότητα μιας εσωτερικής ολοκλήρωσης, που πάντα ζητούσε έξω από τον εαυτό του. Θα βρη τότε την ανταμοιβή του σε έναν αδιαίρετο εαυτό.

Αυτό είναι ακριβώς που συμβαίνει συχνά περίπου στα μέσα της ζωής, και με αυτόν τον τρόπο η θαυμαστή μας ανθρώπινη φύση υλοποιεί την μετάβαση που οδηγεί από το πρώτο μισό της ζωής στο δεύτερο. Πρόκειται για μια μεταμόρφωση από ένα στάδιο, στο οποίο ο άνθρωπος είναι ακόμη ένα όργανο της ενστικτώδους φύσης, σε ένα άλλο, στο οποίο δεν είναι πια ένα όργανο, αλλά ο εαυτός του: μια μεταμόρφωση της φύσης σε πολιτισμό, του ενστίκτου σε πνεύμα.

Θα πρέπει κάνεις να προσέξη ιδιαίτερα ώστε να μην εμποδίση αυτήν την αναγκαία εξέλιξη με πράξεις ηθικής βίας, γιατί κάθε προσπάθεια δημιουργίας μιας πνευματικής στάσης με την απόσπαση και την απώθηση των ενστίκτων είναι μια παραχάραξη. Τίποτε δεν είναι πιο απωθητικό από μια κρυφά αρρωστημένη πνευματικότητα· είναι ακριβώς τόσο απεχθής όσο ο ωμός αισθησιασμός. Αλλά η μετάβαση χρειάζεται πολύ χρόνο, και η μεγάλη πλειονότητα των ανθρώπων σταματά στα πρώτα στάδια. Εάν μπορούσαμε, σαν τους πρωτόγονους, να αφήσουμε το ασυνείδητο να αναλάβη όλη αυτήν την ψυχολογική εξέλιξη που συνεπάγεται ο γάμος, αυτές οι μεταμορφώσεις θα διενεργούνταν πιο ολοκληρωμένα και χωρίς τόσο μεγάλη τριβή. Πολύ συχνά ανάμεσα στους  αποκαλούμενους «πρωτόγονους» συναντάει κανείς πνευματικές προσωπικότητες που αμέσως εμπνέουν τον σεβασμό, σαν να ήταν τέλεια ωριμασμένα προϊόντα μιας αδιατάρακτης μοίρας. Μιλάω εδώ από προσωπική πείρα. Αλλά πού μέσα στους σημερινούς Ευρωπαίους μπορεί κανείς να βρη ανθρώπους που δεν έχουν παραμορφωθή από πράξεις ηθικής βίας; Είμαστε ακόμη αρκετά βάρβαροι ώστε να πιστεύουμε συγχρόνως στον ασκητισμό και στο αντίθετό του. Αλλά ο τροχός της ιστορίας δεν μπορεί να γυρίση πίσω· το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να παλέψουμε για να επιτύχουμε μια στάση που θα μας επιτρέψη να ζήσουμε ενεργά την μοίρα μας τόσο αδιατάρακτα όσο επιθυμεί ο πρωτόγονος παγανιστής μέσα μας. Μόνο με αυτόν τον όρο μπορούμε να είμαστε σίγουροι ότι δεν διαστρέφουμε την πνευματικότητα σε αισθησιασμό, και το αντίστροφο γιατί και τα δύο πρέπει να ζήσουν, αντλώντας ζωή το ένα από το άλλο.

Η μεταμόρφωση που περιέγραψα σύντομα πιο πάνω είναι η πραγματική ουσία της ψυχολογικής γαμήλιας σχέσης. Πολλά θα μπορούσαν να ειπωθούν για τις ψευδαισθήσεις που υπηρετούν τους σκοπούς της φύσης και προκαλούν τις μεταμορφώσεις που είναι χαρακτηριστικές για την μέση περίοδο της ζωής. Η ιδιότυπη αρμονία που χαρακτηρίζει τον γάμο κατά την διάρκεια του πρώτο μισού της ζωής – με τον όρο ότι η προσαρμογή σε αυτόν είναι επιτυχημένη – βασίζεται κατά μεγάλο μέρος στην προβολή ορισμένων αρχετυπικών εικόνων, όπως γίνεται φανερό από την κρίσιμη φάση.

Κάθε άνδρας κουβαλάει μέσα του την αιώνια εικόνα της γυναίκας, όχι την εικόνα αυτής ή εκείνης της συγκεκριμένης γυναίκας, αλλά μια καθορισμένη θηλυκή εικόνα. Αυτή η εικόνα είναι κατά βάση ασυνείδητη, ένα κληρονομικός παράγοντας αρχέγονης προέλευσης χαραγμένος στο ζωντανό οργανικό σύστημα του άνδρα, ένα εντύπωμα ή «αρχέτυπο» όλων των προγονικών εμπειριών του θηλυκού, ένα απόσταγμα, ας πούμε, όλων των εντυπώσεων, που έχουν προέλθει ποτέ από την γυναίκα – με λίγα λόγια, ένα κληρονομημένο σύστημα ψυχικής προσαρμογής. Ακόμη και αν δεν υπήρχαν καθόλου γυναίκες, θα ήταν και τότε δυνατόν, σε οποιαδήποτε δεδομένη στιγμή, να συμπεράνουμε από αυτήν την ασυνείδητη εικόνα ακριβώς πώς θα έπρεπε να είναι φτιαγμένη μια εικόνα ψυχολογικά. Το ίδιο ισχύει στην περίπτωση της γυναίκας: έχει και αυτή μέσα της την έμφυτη εικόνα του άνδρα. Στην πραγματικότητα, ξέρουμε από την πείρα ότι θα ήταν πιο ακριβές να την περιγράψουμε σαν εικόνα των  α ν δ ρ ώ ν, ενώ στην περίπτωση του άνδρα είναι μάλλον η εικόνα  τ η ς  γ υ ν α ί κ α ς. Επειδή αυτή η εικόνα είναι ασυνείδητη, πάντα προβάλλεται ασυνείδητα στο αγαπώμενο πρόσωπο, και είναι μια από τις κύριες αιτίες αυτής της παθιασμένης έλξης ή της αποστροφής. Έχω ονομάσει αυτήν την εικόνα «anima», και έχω βρη την ίδια σχολαστική ερώτηση: Habet mulier animam? (Έχει η γυναίκα ψυχή;) ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα, και κατά την άποψή μου έξυπνη, επειδή η αμφισβήτηση φαίνεται δικαιολογημένη. Η γυναίκα δεν έχει anima, δεν έχει ψυχή, αλλά έχει animus (=πνεύμα)! Η anima έχει ένα ερωτικό, συναισθηματικό χαρακτήρα, ο animus έναν λογοκρατικό. Επομένως τα περισσότερα από αυτά που οι άνδρες λένε για τον θηλυκό ερωτισμό, και ιδιαίτερα για την συναισθηματική ζωή των γυναικών, προέρχονται από προβολές της δικής τους anima, και είναι παραμορφωμένα ανάλογα. Από την άλλη μεριά, οι εκπληκτικές υποθέσεις και φαντασίες που κάνουν οι γυναίκες για τους άνδρες προέρχονται από την δραστηριότητα του animus, που παράγει ένα ανεξάντλητο υλικό από μη-λογικά επιχειρήματα και εσφαλμένες εξηγήσεις.

Και η anima και ο animus χαρακτηρίζονται από ασυνήθιστη πολυμορφία. Σε έναν γάμο, αυτός που περιέχεται είναι πάντα αυτός που προβάλλει την εικόνα αυτήν στον περιέχοντα, ενώ ο τελευταίος μπορεί μόνο κατά ένα μέρος να προβάλη την ασυνείδητη εικόνα του στον σύντροφο. Όσο πιο ενιαίος και απλός είναι ο σύντροφος, τόσο λιγώτερο τέλεια είναι η προβολή. Τότε, αυτή η εξαιρετικά γοητευτική εικόνα κρέμεται, ας πούμε, στον αέρα, περιμένοντας να γεμίση από ένα ζωντανό πρόσωπο. Υπάρχουν ορισμένοι τύποι γυναικών που φαίνεται πως είναι φτιαγμένοι από την φύση τους για να τραβούν τις προβολές της anima· θα μπορούσε, μάλιστα, να μιλήση κανείς για έναν ορισμένο «τύπο anima». Ο ονομαζόμενος «χαρακτήρας της Σφίγγας» είναι ένα απαραίτητο μέρος του εξοπλισμού τους, όπως και κάτι το διφορούμενο, το μυστηριώδες και φευγαλέο – όχι κάτι αόριστα θολό που δεν προσφέρει τίποτε, αλλά μια αοριστία που φαίνεται γεμάτη υποσχέσεις, όπως η ομιλούσα σιωπή της Mona Lisa. Μια γυναίκα αυτού του είδους είναι και γριά και νέα, μητέρα και κόρη, με περισσότερο από αμφίβολη αγνότητα, παιδική, και όμως προικισμένη με μια αφελή πονηριά που είναι ιδιαίτερα αφοπλιστική για τους άνδρες. [Σημ.: Υπάρχουν έξοχες περιγραφές αυτού του τύπου στο βιβλίο «She» του Rider Haggard (Λονδίνο, 1887) και το «L’ Atlantide» του PierreBenoit (Παρίσι, 1920, μεταφρασμένο στα αγγλικά από την Mary C.Tongue και την Mary Ross στην Νέα Υόρκη, 1920]. Από την άλλη μεριά δεν μπορεί κάθε άνδρας με πραγματική διανοητική δύναμη να είναιanimus, γιατί ο animus πρέπει να είναι κάτοχος ότι τόσο όμορφων ιδεών όσο όμορφων λόγων – λόγων που φαινομενικά είναι γεμάτοι από νόημα, και υπονοούν ότι αφήνουν πολλά που δεν τα έχουν πει. Πρέπει επίσης να ανήκη στην «παρεξηγημένη» τάξη, ή να είναι με κάποιο τρόπο σε ασυμφωνία με το περιβάλλον του, έτσι ώστε να υπάρχη και η ιδέα της αυτοθυσίας. Θα πρέπει να είναι ένας μάλλον αμφίβολος ήρωας, ένας άνδρας με δυνατότητες, πράγμα που δεν σημαίνει ότι μια προβολή του animus δεν μπορεί να ανακαλύψη έναν πραγματικό ήρωα πολύ πριν γίνη αντιληπτός από το νωθρό πνεύμα του ανθρώπου «μέσης ευφυίας». [Σημ.: Μια σχετικά καλή περιγραφή του animusμπορεί να βρη κανείς στο βιβλίο της Marie May «Ο αμπελώνας του κακού» (Νέα Υόρκη, 1923), καθώς και στο βιβλίο της Elinor Wylie«Jennifer Lorn» Νέα Υόρκη, 1923) και της Selma Lagerlöf «GöstaBerlings Saga» (1981, Αγγλική μετάφραση από τον P.BFlach με τον τίτλο «Η ιστορία του Gösta Berling»,1898].

Για τον άνδρα όπως και για την γυναίκα, στον βαθμό που είναι «περιέχοντες», το γέμισμα αυτής της εικόνας είναι μια εμπειρία πλούσια σε συνέπειες, επειδή δίνει  την δυνατότητα να δη κανείς την πολυπλοκότητά του και να συναντά μια αντίστοιχη πολυμέρεια. Μεγάλοι ορίζοντες φαίνονται να ανοίγουν, στους οποίους κανείς νοιώθει ότι περιβάλλεται και περιέχεται. Λέω «φαίνονται» με επιφύλαξη, επειδή η εμπειρία μπορεί να είναι διφορούμενη. Όπως ακριβώς η προβολή του animus μιας γυναίκας μπορεί συχνά να διαλέξη έναν άνδρα πραγματικά σπουδαίο που δεν έχει αναγνωρισθή από τους άλλους, και μπορεί πραγματικά να τον βοηθήση να φθάση στο αληθινό του πεπρωμένο με την ηθική της υποστήριξη, έτσι ένας άνδρας μπορεί να δημιουργήση για τον εαυτό του μια femme inspiratrice (μια γυναίκα εμπνεύστρια, μια μούσα) με την προβολή της anima του. Αλλά πιο συχνά αυτό αποδεικνύεται πως είναι μια ψευδαίσθηση με καταστρεπτικές συνέπειες, μια αποτυχία, επειδή η πίστη του δεν είναι αρκετά δυνατή. Για τους πεσσιμιστές θα έλεγα ότι αυτές οι αρχέγονες ψυχικές εικόνες έχουν μια εξαιρετικά θετική αξία, αλλά θα πρέπει να προειδοποιήσω τους αισιόδοξους για τις φαντασίες που τυφλώνουν και για την πιθανότητα των πιο παράλογων αποκλίσεων.

Δεν θα πρέπει κανείς σε καμμιά περίπτωση να πάρη αυτήν την προβολή σαν μια ατομική και συνειδητή σχέση. Στα πρώτα της στάδια είναι κάθε άλλο παρά αυτό, επειδή δημιουργεί μια αναγκαστική εξάρτηση βασισμένη σε ασυνείδητα κίνητρα που είναι διαφορετικά από τα βιολογικά. Ο Rider Haggard στο «She» δίνει μερικές ενδείξεις του περίεργου κόσμου των ιδεών που βρίσκονται πίσω από την προβολή της anima. Είναι στην ουσία πνευματικά περιεχόμενα, συχνά σε ερωτική μορφή, προφανή υπολείμματα μιας πρωτόγονης μυθολογικής πνευματικότητας που συνίσταται από αρχέτυπα, και που στο σύνολό της αποτελεί το συλλογικό ασυνείδητο. Σύμφωνα με αυτά, μια τέτοια σχέση είναι κατά βάθος συλλογική και όχι ατομική. (Ο Benoit, που δημιούργησε στην «Ατλαντίδα» μια φανταστική μορφή όμοια ακόμη και στις λεπτομέρειες με αυτήν του «She», αρνείται ότι έκλεψε την μορφή του Rider Haggard).

Εάν μια τέτοια προβολή αγκιστρωθή σε έναν από τους συζύγους, μια συλλογική πνευματική σχέση συγκρούεται με την αντίστοιχη βιολογική, και προκαλεί στον περιέχοντα την διαίρεση και διάσπαση που περιέγραψα πιο πάνω. Εάν μπορέση να μην παρασυρθή από την δυσκολία, θα βρη τον εαυτό του μέσα ακριβώς σε αυτήν την σύγκρουση. Σε αυτήν την περίπτωση η προβολή, αν και επικίνδυνη καθεαυτή, θα τον βοηθήση να περάση από μια συλλογική σε μια ατομική σχέση. Αυτό ισοδυναμεί με πλήρη συνειδητοποίηση της σχέσης που συνεπάγεται ο γάμος.

Επειδή ο σκοπός αυτής της εργασίας είναι η συζήτηση της ψυχολογίας του γάμου, η ψυχολογία της προβολής δεν μας αφορά εδώ. Είναι αρκετό να την αναφέρουμε σαν ένα γεγονός. Δεν μπορεί κανείς να ασχοληθή με τον γάμο σαν ψυχολογικής σχέση χωρίς να αναφέρη, έστω και με τον κίνδυνο της παρανόησης, την φύση των κρίσιμων μεταβατικών περιόδων του. Όπως είναι γνωστό, δεν καταλαβαίνει κανείς τίποτε ψυχολογικά αν δεν το δοκιμάση ο ίδιος. Όχι πως αυτό εμποδίζει το να αισθάνεται κάποιος πεπεισμένος ότι η δική του κρίση είναι η μόνη αληθινή και σωστή. Αυτό το ανησυχητικό γεγονός οφείλεται στην αναγκαστική υπερεκτίμηση κάθε στιγμή του περιεχομένου της συνείδησης, γιατί χωρίς αυτήν την συγκέντρωση της προσοχής δεν θα μπορούσε κανείς να έχη καθόλου συνείδηση. Έτσι μπορούμε να πούμε ότι κάθε περίοδος της ζωής έχει την δική της ψυχολογική αλήθεια, και το ίδιο ισχύει και για κάθε στάδιο ψυχολογικής ανάπτυξης. Υπάρχουν ακόμη στάδια που μόνο λίγοι μπορούν να φθάσουν, πράγμα που εξαρτάται από την φυλή, την οικογένεια, την εκπαίδευση, το ταλέντο και το πάθος. Η φύση είναι αριστοκρατική. Ο κανονικός άνθρωπος είναι ένα φανταστικό κατασκεύασμα, αν και υπάρχουν ορισμένοι νόμοι γενικού κύρους. Η ψυχική ζωή είναι μια διαδικασία που εύκολα μπορεί να ανασταλή στα κατώτερα στάδια. Είναι σαν να έχη κάθε άτομο μια ιδιαίτερη βαρύτητα, σύμφωνα με την οποία υψώνεται ή βυθίζεται, στο επίπεδο που φθάνει το όριό του. Οι απόψεις και οι πεποιθήσεις του θα καθωρισθούν ανάλογα. Δεν είναι καθόλου παράξενο, λοιπόν, που η πολύ μεγάλη πλειονότητα των γάμων φθάνει το ανώτερο ψυχολογικό όριό της στην εκπλήρωση του βιολογικού σκοπού, χωρίς κανένα τραύμα στην πνευματική ή ηθική υγεία. Σχετικά λίγοι άνθρωποι έρχονται σε βαθύτερη δυσαρμονία με τον εαυτό τους. Όπου υπάρχει πολύ πίεση από τα εγώ, η σύγκρουση δεν  επιτρέπει την ανάπτυξη εξαιρετικά μεγάλης έντασης εξ αιτίας της έλλειψης ενέργειας. Η ψυχολογική ανασφάλεια, πάντως, αυξάνει ανάλογα με το επίπεδο κοινωνικής ανασφάλειας. Ασυνείδητα στην αρχή, προκαλώντας νευρώσεις, έπειτα συνειδητά, φέρνοντας μαζί της διάσπαση, διαφωνίες, διαζύγια, και άλλες διαταραχές του γάμου. Σε ακόμη υψηλότερα επίπεδα, γίνονται ορατές νέες δυνατότητες ψυχολογικής ανάπτυξης, που αγγίζουν την περιοχή της θρησκείας, εκεί όπου η κριτική στάση σταματάει.

Η πρόοδος μπορεί να ανασταλή σε οποιοδήποτε από αυτά τα επίπεδα, με τέλεια άγνοια αυτού που θα μπορούσε να ακολουθήση στο επόμενο στάδιο εξέλιξης. Συνήθως η μετάβαση στο επόμενο στάδιο εμποδίζεται από έντονες προκαταλήψεις και προληπτικούς φόβους. Αυτό, πάντως, υπηρετεί έναν πολύ χρήσιμο σκοπό, επειδή ένας άνθρωπος που αναγκάζεται από ένα ατύχημα να ζήση σε ένα επίπεδο πολύ υψηλό γι’ αυτόν, γίνεται ανόητος και πραγματική απειλή.

Η φύση δεν είναι μόνο αριστοκρατική, είναι και εσωστρεφής. Παρ’ όλα αυτά, κανένας άνθρωπος με κατανόηση δεν χρειάζεται να πεισθή ότι πρέπει να κρατήση μυστικό αυτό που ξέρει, επειδή αντιλαμβάνεται πολύ καλά ότι το μυστικό της ψυχικής ανάπτυξης δεν είναι δυνατόν ποτέ να προδοθή, ακριβώς επειδή αυτή η ανάπτυξη είναι ένα ζήτημα ατομικής ικανότητας.

(συνεχίζεται)

 Αμέθυστος

Σάββατο, 28 Σεπτεμβρίου 2013

Η ΤΕΛΕΙΑ ΑΓΑΠΗ -Ἅγ. Νικόλ. Βελιμίροβιτς

Η ΤΕΛΕΙΑ ΑΓΑΠΗ -Ἅγ. Νικόλ. Βελιμίροβιτς

ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ 

«Η ΤΕΛΕΙΑ ΑΓΑΠΗ» (Λουκ. ϛ´ 31-36)
ΙΘ´ Κυρ. Μετὰ τὴν ΠεντηκοστήΒ´ Λουκᾶ

ἀπὸ τὸ βιβλίο
 «Ὁμιλίες Ε´-
Κυριακοδρόμιο Β´»
Ἀθῆναι 2013, μετάφρ. Π. Μπότση,σελ. 181 ἑπ. 

.                  Ὅταν οἱ ἄνθρωποι ἔχουν παντοτινὴ ἐπίγνωση τῆς
φιλανθρωπίας τοῦ Θεοῦ πρὸς αὐτούς, θὰ εἶναι φιλάνθρωποι κι ὁ ἕνας πρὸς τὸν ἄλλον. Δὲν ὑπάρχει τίποτ’ ἄλλο ποὺ νὰ κάνει τοὺς ἀνθρώπους ἄσπλαχνους πρὸς τοὺς ἄλλους, ὅσο ἡ πεποίθηση πὼς κανένας δὲν θέλει νὰ δώσει καὶ στοὺς ἴδιους. Κανένας; Καὶ ποῦ εἶναι ὁ Θεὸς τότε; Δὲν μᾶς ἀποζημιώνει κάθε μέρα καὶ κάθε νύχτα ὁ Θεὸς μὲ τὴν εὐσπλαχνία Του, σὲ ἀντίθεση μ’ ἐμᾶς ποὺ εἴμαστε ἄσπλαχνοι; Δὲν εἶναι πιὸ σπουδαῖο γιὰ μᾶς νὰ μᾶς εὐεργετήσει ὁ Βασιλιὰς στὴν αὐλή Του μὲ τὴν εὐσπλαχνία Του, ἀντὶ νὰ μᾶς εὐεργετοῦν οἱ δοῦλοι Του; Τί μᾶς ὠφελεῖ ἂν μᾶς εὐεργετοῦν ὅλοι οἱ δοῦλοι Του, ἀλλὰ ὁ Βασιλιὰς εἶναι συγκρατημένος ἀπέναντί μας;
.                  Οἱ ἄνθρωποι γίνονται ἀνελεήμονες, ὅταν περιμένουν ἀπὸ τοὺς ἄλλους νὰ τοὺς ἐλεήσουν, ἐνῶ οἱ ἄλλοι περιμένουν τὸ ἴδιο ἀπ’ αὐτούς. Σ’ αὐτὴν τὴν ἀμοιβαία ἀναμονή, στὸ νὰ περιμένει δηλαδὴ ὁ ἕνας ἀπὸ τὸν ἄλλον νὰ τὸν ἐλεήσει, ὅλοι οἱ ἄνθρωποι, σὰν ἕνας γενικὸς κανόνας, γίνονται ἄσπλαχνοι κι ἀνελεήμονες. Ἡ ἐλεημοσύνη ὅμως δὲν εἶναι παθητικὴ ἀρετή, ἀλλὰ ἐνεργητική. Πῶς θὰ γνώριζαν οἱ ἄνθρωποι τὴ φιλανθρωπία, ἂν ὁ Θεὸς δὲν τὴν εἶχε πρῶτος ἀσκήσει σ’ αὐτούς; Ἡ φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ ἀπαιτεῖ τὴ φιλανθρωπία τῶν ἀνθρώπων. Ἂν ὁ Θεὸς δὲν εἶχε πρῶτος δείξει τὴ φιλανθρωπία Του, ὁ κόσμος δὲν θὰ ἤξερε τί ἦταν
.                  Ἐκεῖνος ποὺ κατανοεῖ πὼς ἡ φιλανθρωπία εἶναι ἐνεργητικὴ ἀρετὴ κι ὄχι παθητική, κι ἀρχίσει νὰ τὴν ἐφαρμόζει μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο, σύντομα θὰ διαπιστώσει πὼς ὁ οὐρανὸς κι ἡ γῆ ἀποκαλύπτονται μπροστά του μὲ νέα χρώματα. Σύντομα θὰ κατανοήσει τόσο τοῦ Θεοῦ τὴ φιλανθρωπία ὅσο καὶ τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ φιλανθρωπία εἶναι ὅπως ἡ θραύση πέτρας μὲ πέτρα, ποὺ πάντα παράγει σπινθήρα. Αὐτὸς ποὺ παράγει τὸ σπινθήρα αὐτὸν κι ὁ ἄλλος ποὺ τὸν δέχεται, νιώθουν κι οἱ δύο τους τὴν παρουσία τοῦ Θεοῦ. Τὴ στιγμὴ ἐκείνη νιώθουν τὸ χέρι τοῦ Θεοῦ νὰ θωπεύει τὶς καρδιές τους. Γι’ αὐτὸ εἶπε ὁ Κύριος: «Μακάριοι οἱ ἐλεήμονες, ὅτι αὐτοὶ ἐλεηθήσονται» (Ματθ. ε´ 7).
.                  Ἡ εὐσπλαχνία εἶναι ἀνώτερη ἀπὸ τὴ συμπόνια, ποὺ οἱ ἰνδουιστὲς θεωροῦν ὡς τὴ μεγαλύτερη ἀρετή. Ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ νιώσει συμπόνια γιὰ ἕναν ἐπαίτη, ἀλλὰ καὶ νὰ τὸν προσπεράσει.  φιλάνθρωπος μως θ νιώσει συμπάθεια γιτν παίτη κα θ τν βοηθήσει. Τὸ νὰ δείξεις φιλανθρωπία στὸν ἐπαίτη δὲν εἶναι οὔτε τὸ πιὸ δύσκολο οὔτε τὸ ἀνώτερο πράγμα στὸ Νόμο τοῦ Χριστοῦ. Μεγάλο πράγμα εἶναι νὰ δείξεις ἀγάπη στοὺς ἐχθρούς σου. Ἡ ἐλεημοσύνη εἶναι ἀνώτερη ἀπὸ τὴ συχώρεση τῶν προσβολῶν. Ἡ συχώρεση τῶν προσβολῶν εἶναι τὸ πρῶτο μισὸ τοῦ δρόμου πρὸς τὸν Θεό. Ἡ τέλεση ἔργων ἀγάπης εἶναι τὸ δεύτερο μισό.
.                  Εἶναι ἀπαραίτητο νὰ τὸ ποῦμε, πὼς ἡ ἀγάπη εἶναι ἀνώτερη ἀπὸ τὴν κοσμικὴ δικαιοσύνη; Ἂν δὲν ὑπῆρχε ἡ ἀγάπη, ὅλοι οἱ ἄνθρωποι θὰ ἦταν θύματα τῆς κοσμικῆς νομικῆς δικαιοσύνης. Χωρὶς ἀγάπη ὁ νόμος δὲν μπορεῖ νὰ περιφρουρήσει αὐτὸ ποὺ ἤδη ὑπάρχει. Ἡ ἀγάπη ὅμως δημιουργεῖ καινούργια καὶ μεγάλα ἔργα στὸν κόσμο. λόκληροτν κόσμο τν δημιούργησε  γάπη. Γι’ αὐτὸ καὶ εἶναι καλλίτερο στοὺς ἀνθρώπους ν’ ἀσκοῦνται ἀπὸ τὴ παιδική τους ἡλικία στὴ γνώση τῆς γλυκύτητας ποὺ προσφέρει ἡ ἀγάπη κι ἡ φιλανθρωπία, παρὰ νὰ μάθουν τὴ σκληρότητα τοῦ νόμου. Τὸ νόμο τὸν μαθαίνει κανεὶς ὁποτεδήποτε. Ὅταν ὅμως ἡ καρδιὰ σκληρυνθεῖ, εἶναι δύσκολο νὰ ξαναγυρίσει καὶ νὰ γίνει σπλαχνική. Ὅταν οἱ ἄνθρωποι εἶναι ἐλεήμονες δὲν θ’ ἁμαρτήσουν ἐνάντια στὸ νόμο. Ὅταν ὅμως τηροῦν τὸ νόμο ἀλλὰ τοὺς λείπει ἡ φιλανθρωπία, διακινδυνεύουν νὰ χάσουν τὸ στεφάνι τῆς δόξας ποὺ ὑποσχέθηκε ὁ Κύριος στοὺς φιλανθρώπους.

 * * *

.                 Τὸ σημερινὸ εὐαγγέλιο μιλάει γιὰ τὴν ὕψιστη μορφὴ ἀγάπης: τὴν ἀγάπη γιὰ τοὺς ἐχθρούς. Ὁ Κύριος Ἰησοῦς ἔδωσε τὴν ἐντολὴ  –ὄχι συμβουλὴ ἀλλὰ ἐντολή– ν’ ἀγαπᾶμε τοὺς ἐχθρούς μας. Ἡ ἐντολή Του αὐτὴ δὲν εἶναι περιστασιακὴ καὶ σποραδική, ὅπως εἶχε γίνει πρὶν ἀπὸ τὴν ἔλευσή Του σὲ κάποιες σπάνιες περιπτώσεις. Ἡ ἐντολὴ τῆς ἀγάπης γιὰ τοὺς ἐχθρούς μας τοποθετεῖται στὴν ὕψιστη θέση στὸ εὐαγγέλιο.

 

  Εἶπε ὁ Κύριος: «Καὶ καθὼς θέλετε ἵνα ποιῶσιν ὑμῖν οἱ ἄνθρωποι, καὶ ὑμεῖς ποιεῖτε αὐτοῖς ὁμοίως» (Λουκ. ϛ´ 31). Αὐτὰ εἶναι τὰ λόγια τοῦ σημερινοῦ εὐαγγελίου ποὺ μᾶς εἰσάγουν στὴν ἀγάπη γιὰ τοὺς ἐχθρούς μας. Ἂν δὲν θέλετε νὰ γίνουν ἐχθροί σας οἱ ἄνθρωποι, πρῶτ’ ἀπ’ ὅλα φροντίστε νὰ μὴ γίνετε ἐσεῖς ἐχθροί τους. Ἂν εἶναι ἀλήθεια πὼς κάθε ἄνθρωπος σ’ αὐτὸν τὸν κόσμο ἔχει ἐχθρούς, αὐτὸ σημαίνει πὼς εἶσαι ἐχθρὸς κάποιου. Πῶς τότε ἀπαιτεῖς ἀπὸ ἕναν ἄνθρωπο νὰ γίνει φίλος σου, ἀφοῦ εἶσαι ἐχθρός του; Πρῶτα λοιπὸν ξερίζωσε τὴν ἔχθρα ἀπὸ τὴν καρδιά σου κι ὕστερα νὰ μετρήσεις τοὺς ἐχθρούς σου στὸν κόσμο. Στὸ μέτρο ποὺ θὰ ξεριζώσεις ἀπὸ τὴν καρδιά σου τὴν πονηρὴ αὐτὴ ρίζα κι ἀποκόψεις ὅλα τὰ κλαδάκια ποὺ πετοῦν ἀπ’ αὐτήν, θὰ βρεῖς καὶ λιγότερους ἐχθροὺς νὰ μετρήσεις. Ἂν μετὰ θελήσεις νὰ γίνουν φίλοι σου οἱ ἄνθρωποι, πρέπει ἐσὺ πρῶτα νὰ πάψεις νὰ εἶσαι ἐχθρός τους καὶ νὰ γίνεις φίλος τους. Ὅσο γίνεσαι φίλος μὲ τοὺς ἄλλους, τόσο ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐχθρῶν σου θὰ μειώνεται καὶ στὸ τέλος θὰ μηδενιστεῖ. Αὐτὸ ὅμως δὲν εἶναι τὸ κύριο θέμα. Τὸ κύριο θέμα εἶναι πὼς σ’ αὐτὴν τὴν περίπτωση θὰ ἔχεις φίλο σου τὸν Θεό. Εἶναι πολὺ πιὸ σπουδαῖο γιὰ τὴ σωτηρία σου νὰ μὴν εἶσαι ἐχθρὸς κανενός, νὰ μὴν ἔχεις καθόλου ἐχθρούς. Ἂν εἶσαι ἐχθρὸς ἄλλων, τόσο ἐσὺ ὅσο κι οἱ ἄλλοι εἶστε ἐμπόδια στὴ σωτηρία σου. Ὅταν εἶσαι φίλος μὲ τοὺς ἄλλους, τότε οἱ ἐχθροί σου, ἔστω καὶ ἀσυνείδητα, βοηθοῦν στὴ σωτηρία σου. Ἂς σκεφτόταν ἀλήθεια κάθε ἄνθρωπος τὸν ἀριθμὸ τῶν ἀνθρώπων τοὺς ὁποίους ἐχθρεύεται ὁ ἴδιος, κι ὄχι ἐκείνους ποὺ εἶναι ἐχθροί του. Τότε τὸ σκοτεινὸ πρόσωπο αὐτοῦ τοῦ κόσμου θὰ ἄστραφτε μέσα σὲ μία μέρα σὰν τὸν ἥλιο.
.               Ἡ ἐντολὴ τοῦ Χριστοῦ πὼς πρέπει νὰ κάνουμε στοὺς ἄλλους αὐτὸ ποὺ ζητᾶμε κι ἐμεῖς ἀπ’ αὐτοὺς εἶναι τόσο φυσικὴ καὶ τόσο σαφὴς καὶ καλή, ποὺ εἶναι νὰ θαυμάζει καὶ ν’ ἀπορεῖ κανεὶς πῶς δὲν ἔχει γίνει ἀπὸ παλιὰ μιὰ καθημερινὴ συνήθεια στοὺς ἀνθρώπους. Κανένας ἄνθρωπος δὲν θέλει νὰ τὸν βλάψουν οἱ ἄλλοι. Ἑπομένως ἂς μὴ βλάψει κι αὐτὸς τοὺς ἄλλους. Κάθε ἄνθρωπος θέλει νὰ τοῦ φέρονται καλά. Ἑπομένως ἂς φέρεται κι αὐτὸς καλὰ στοὺς ἄλλους. Κάθε ἄνθρωπος θέλει νὰ τοῦ συχωροῦν τὶς ἁμαρτίες του. Ἂς συγχωρεῖ κι αὐτὸς τὶς ἁμαρτίες τῶν ἄλλων. Κάθε ἄνθρωπος θέλει νὰ συμπάσχουν οἱ ἄλλοι στὶς λύπες του καὶ νὰ χαίρονται στὴ χαρά του. Ἂς συμπάσχει κι αὐτὸς μὲ τὶς λύπες τῶν ἄλλων κι ἂς χαίρεται μὲ τὶς χαρές τους. Κάθε ἄνθρωπος θέλει ν’ ἀκούει καλὰ λόγια ἀπὸ τοὺς ἄλλους. Θέλει νὰ τὸν τιμοῦν, νὰ τὸν ταΐζουν, ὅταν πεινάει, νὰ τὸν ἐπισκέπτονται, ὅταν εἶναι ἄρρωστος καὶ νὰ τὸν προστατεύουν, ὅταν τὸν κυνηγοῦν. Ἂς κάνει κι αὐτὸς τὰ ἴδια στοὺς ἄλλους. Αὐτὸ ἰσχύει τόσο γιὰ τοὺς ἀνθρώπους ἀτομικά, ὅσο καὶ γιὰ ὁμάδες ἀνθρώπων, γειτονικὲς φυλές, ἔθνη καὶ κράτη. Ἂν τὴν ἐντολὴ αὐτὴ τὴν υἱοθετοῦσαν σὰν κανόνα ὅλες οἱ τάξεις, τὰ ἔθνη καὶ τὰ κράτη, θὰ ἔπαυε ἀμέσως κάθε κακία καὶ σύγκρουση ἀνάμεσά τους, θὰ ἐξαλειφόταν κάθε ἔχθρα καὶ πόλεμος. Αὐτὸ εἶναι τὸ φάρμακο γιὰ κάθε παρόμοια ἀρρώστια, δὲν ὑπάρχει κανένα ἄλλο.
.               Καὶ συνεχίζει ὁ Κύριος: «Καὶ εἰ ἀγαπᾶτε τοὺς ἀγαπῶντας ὑμᾶς, ποία ὑμῖν χάρις ἐστι; καὶ γὰρ οἱ ἁμαρτωλοὶ τοὺς ἀγαπῶντας αὐτοὺς ἀγαπῶσι. καὶ ἐὰν ἀγαθοποιῆτε τοὺς ἀγαθοποιοῦντας ὑμᾶς, ποία ὑμῖν χάρις ἐστι; καὶ γὰρ οἱ ἁμαρτωλοὶ τὸ αὐτὸ ποιοῦσι. καὶ ἐὰν δανείζητε παρ’ ὧν ἐλπίζετε ἀπολαβεῖν, ποία ὑμῖν χάρις ἐστι; καὶ γὰρ ἁμαρτωλοὶ ἁμαρτωλοῖς δανείζουσιν ἵνα ἀπολάβωσι τὰ ἴσα» (Λουκ. ϛ´ 32-34). Αὐτὸ πάει νὰ πεῖ: Ἂν περιμένετε ἀπὸ τοὺς ἄλλους νὰ σᾶς κάνουν καλὸ καὶ τὴν καλοσύνη αὐτὴ νὰ τὴν ἀνταμείψετε καὶ σεῖς μὲ καλό, δὲν κάνετε κάτι ἐπαινετό. Περιμένει ὁ Θεὸς ἀνταμοιβὴ γιὰ τὴ θερμότητα τοῦ ἡλίου, γιὰ νὰ δώσει ἐντολὴ στὸν ἥλιο νὰ λάμψει; Ἢ μήπως ἐνεργεῖ ἀπὸ εὐσπλαχνία κι ἀγάπη; Τὸ ξαναλέμε, πὼς ἡ εὐσπλαχνία εἶναι ἐνεργητικὴ ἀρετή, ὄχι παθητική. Αὐτὸ τὸ ἔκανε σαφὲς ὁ Θεὸς ἀπὸ τότε ποὺ δημιούργησε τὸν κόσμο. Μέρα μὲ τὴ μέρα ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τοῦ κόσμου ὁ Κύριος μοίραζε ἁπλόχερα τὰ πλούσια τὰ δῶρα Του σ’ ὅλα τὰ πλάσματά Του. Ἂν περίμενε πρῶτα ἀπὸ τὰ πλάσματά Του νὰ τοῦ ἀνταποδώσουν κάτι, οὔτε ὁ κόσμος οὔτε ἕνα μοναδικὸ πλάσμα δὲν θὰ ὑπῆρχε σ’ αὐτόν. νγαπμε μόνο ατος πο μς γαπνεεμαστε μποροι κακάνουμε νταλλαγές. Ἂν κάνουμε τὸ καλὸ μόνο στοὺς εὐεργέτες μας, εἴμαστε ὀφειλέτες καὶ ἐπιστρέφουμε τὸ χρέος μας. Ἡ εὐσπλαχνία δὲν εἶναι κάποια ἀρετὴ ποὺ ἁπλὰ ἀποπληρώνει τὶς ὀφειλές της, ἀλλὰ ποὺ πάντα δανείζει. Ἡ ἀγάπη εἶναι ἀρετὴ ποὺ δανείζει συνέχεια, χωρὶς νὰ ἐλπίζει σὲ ἐπιστροφὴ τῆς ὀφειλῆς. Ἂν δανείζουμε ἐκείνους ποὺ ἐλπίζουμε πὼς θὰ μᾶς τὰ ἐπιστρέψουν, ποία ἡμῖν χάρις ἐστι; Τί καλὸ κάνουμε; Μεταφέρουμε τὰ χρήματά μας ἀπὸ μία κάσα σὲ μίαν ἄλλη, ἀφοῦ αὐτὸ ποὺ δανείζουμε τὸ θεωροῦμε δικό μας, ὅπως κι ὅταν ἦταν στὰ δικά μας χέρια.
.               Θὰ ἦταν παραφροσύνη νὰ σκεφτοῦμε πὼς μὲ τὰ παραπάνω λόγια ὁ Θεὸς μᾶς διδάσκει νὰ μὴν ἀγαπᾶμε ἐκείνους ποὺ μᾶς ἀγαπᾶνε, νὰ μὴν κάνουμε τὸ καλὸ σ’ αὐτοὺς ποὺ μᾶς εὐεργετοῦν. Θεὸς φυλάξοι! Αὐτὸ ποὺ θέλει νὰ πεῖ, εἶναι πὼς αὐτὴ εἶναι μία κατώτερη ἀρετή, ποὺ μποροῦν νὰ τὴν ἀσκήσουν ἀκόμα κι οἱ ἁμαρτωλοί. Εἶναι τὸ ἐλάχιστο μέτρο τοῦ καλοῦ, ποὺ φτωχαίνει τὸν κόσμο αὐτὸν καὶ περιορίζει τοὺς ἀνθρώπους, τοὺς κάνει στενόμυαλους. Ὁ Θεὸς θέλει ν’ ἀναβιβάσει τὸν ἄνθρωπο στὰ ἀνώτερα ὕψη τῶν ἀρετῶν, ἀπ’ ὅπου θεωρεῖ κανεὶς ὅλα τ’ ἀγαθὰ τοῦ Θεοῦ, ὅλους τοὺς κόσμους Του, ἐκεῖ ποὺ ἡ τρομοκρατημένη καὶ περιορισμένη καρδιὰ τοῦ δούλου γίνεται ἀπεριόριστη κι ἐλεύθερη καρδιὰ τοῦ υἱοῦ καὶ κληρονόμου. Ἡ ἀγάπη πρὸς αὐτοὺς ποὺ μᾶς ἀγαπᾶνε εἶναι μόνο τὸ πρῶτο μάθημα στὸ ἀπέραντο βασίλειο τῆς ἀγάπης. Ἡ ἀνταπόδοση τοῦ καλοῦ σ’ αὐτοὺς ποὺ μᾶς ἀγαπᾶνε, εἶναι μόνο τὸ στοιχειῶδες σχολεῖο, μπροστὰ στὴ μακρὰ σειρὰ σπουδῶν στὰ καλὰ ἔργα. Ὁ δανεισμὸς σ’ ἐκείνους ποὺ θὰ ξεπληρώσουν τὸ χρέος τους δὲν εἶναι οὔτε καλὸ οὔτε κακό. Εἶναι μόνο τὸ πρῶτο δειλὸ βῆμα πρὸς τὸ μέγιστο καλό, ποὺ δίνει χωρὶς νὰ περιμένει ἐπιστροφή.
.               Ποιοί εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ ἐδῶ ἀποκαλεῖ ἁμαρτωλοὺς ὁ Θεός; Πρῶτα εἶναι οἱ εἰδωλολάτρες, στοὺς ὁποίους δὲν ἔχει ἀποκαλυφθεῖ ἡ πληρότητα τοῦ μυστηρίου τῆς ἀλήθειας καὶ τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ. Εἶναι ἁμαρτωλοί, ἐπειδὴ ἀποστράφηκαν τὴν πρωταρχικὴ ἀλήθεια καὶ τὴν ἀγάπη Του. Ἐπειδὴ στὴ θέση τοῦ Θεοῦ ἔχουν προσλάβει ὡς νομοθέτη αὐτὸν τὸν κόσμο, ποὺ τοὺς διδάσκει πὼς πρέπει ν’ ἀνταποδίδουν ἀγάπη μόνο σ’ αὐτοὺς ποὺ τοὺς ἀγαπᾶνε, νὰ εὐεργετοῦν μόνο ἐκείνους ἀπὸ τοὺς ὁποίους δέχονται τὸ καλό. Τὸ μέγα μυστήριο τῆς ἀλήθειας καὶ τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ ἀποκαλύπτεται μέσῳ τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ, τώρα μάλιστα μὲ πολὺ μεγαλύτερη ἐνάργεια καὶ λαμπρότητα ἀπ’ ὅ,τι στὴν ἀρχὴ τῆς δημιουργίας. Ἀρχικὰ ἀποκαλύφθηκε μέσῳ τοῦ Ἰουδαϊκοῦ λαοῦ. Ἀπ’ αὐτούς, ἂν κι ὄχι μόνο γι’ αὐτούς, ἀλλὰ γιὰ ὅλους τοὺς λαοὺς τῆς γῆς.
.               Ὅπως ὁ Θεὸς προετοίμασε τοὺς Ἰουδαίους χιλιάδες χρόνια γιὰ νὰ κατανοήσουν καὶ νὰ δεχτοῦν τὴν πλήρη ἀποκάλυψη τοῦ μυστηρίου, μὲ τὸν Νόμο καὶ τοὺς προφῆτες Του, ἔτσι κι ὁ Κύριος χρησιμοποιεῖ ἐδῶ τὴ λέξη «ἁμαρτωλοὶ» γιὰ ἄλλους λαούς, ποὺ ἔχουν βυθιστεῖ στὴν εἰδωλολατρία. Μὲ τὴν λέξη «ἁμαρτωλοὶ» ὅμως καὶ μάλιστα μεγαλύτεροι ἁμαρτωλοὶ ἀπὸ τοὺς εἰδωλολάτρες, ἐννοεῖ κι ὅλους ἐκείνους στοὺς ὁποίους ἀποκαλύφθηκε τὸ μέγα μυστήριο τῆς ἀληθείας καὶ τῆς ἀγάπης ἀλλὰ δὲν ἔμειναν πιστοὶ σ’ αὐτό, παρὰ ξαναγύρισαν στὸ κατώτερο ἐπίπεδο τοῦ ἀγαθοῦ, «ὥσπερ κύων ἐπιστρέψας ἐπὶ τὸ ἴδιον ἐξέραμα» (Β´ Πέτρ. β´ 22). Κι ὑπάρχουν πολλοὶ τέτοιοι ἀνάμεσά μας, χριστιανοὶ κατ’ ὄνομα, ποὺ μὲ τὰ ἔργα τους φανερώνονται οἱ πιὸ πρωτόγονοι εἰδωλολάτρες.
.               Τί ὄφελος ἔχουμε ἂν ἀγαπᾶμε αὐτοὺς ποὺ μᾶς ἀγαποῦν καὶ κάνουμε τὸ καλὸ σ’ ἐκείνους ποὺ μᾶς εὐεργετοῦν; Δὲν ἐπιστρέφουμε στὴ θέση του αὐτὸ ποὺ λάβαμε; Τὴν ἀνταπόδοσή μας τὴν λάβαμε. Ἔπαινος ἀξίζει στὰ ἔργα πού, σὲ μικρὴ κλίμακα, μοιάζουν στὰ ἔργα τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ.
.               «Πλὴν ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθροὺς ὑμῶν καὶ ἀγαθοποιεῖτε καὶ δανείζετε μηδὲν ἀπελπίζοντες, καὶ ἔσται ὁ μισθὸς ὑμῶν πολύς, καὶ ἔσεσθε υἱοὶ ὑψίστου, ὅτι αὐτὸς χρηστός ἐστιν ἐπὶ τοὺς ἀχαρίστους καὶ πονηρούς, γίνεσθε οὖν οἰκτίρμονες, καθὼς καὶ ὁ πατὴρ ὑμῶν οἰκτίρμων ἐστὶ» (Λουκ. ϛ´ 35-36). Αὐτὰ εἶναι τὰ ὕψη στὰ ὁποῖα θέλει ὁ Θεὸς νὰ ἐξυψώσει τοὺς ἀνθρώπους. Αὐτὴ ἦταν μία διδαχὴ ἀνήκουστη πρὶν ἀπὸ τὴν ἔλευσή Του. Αὐτὸ εἶναι τὸ ὕψος τῆς ἀξίας τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ οὔτε κι ὁ μεγαλύτερος σοφὸς στὴν ἱστορία τοῦ κόσμου δὲν εἶχε ὀνειρευτεῖ ὣς τότε. Κι αὐτὴ εἶναι ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ γιὰ τὸν ἄνθρωπο, ποὺ ἀλλοιώνει τὴν καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου καὶ τὴν μετατρέπει σὲ ποταμὸ δακρύων.
.               Ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθροὺς ὑμῶν. Δὲν λέει «μὴν ἀνταποδίδετε κακὸ στὸ κακό». Αὐτὸ δὲν εἶναι σπουδαῖο πράγμα. Αὐτὸ εἶναι ἁπλὰ ἀνοχή. Οὔτε καὶ λέει «ἀγαπᾶτε ἐκείνους ποὺ σᾶς ἀγαποῦν». Αὐτὴ εἶναι μόνο παθητικὴ ἀγάπη. Ὁ Χριστὸς λέει ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθροὺς ὑμῶν. Ὄχι ἁπλὰ νὰ τοὺς ἀνέχεστε, ὄχι νὰ εἶστε παθητικοί, ἀλλὰ νὰ τοὺς ἀγαπᾶτε. Τὸ ξαναλέμε καὶ πάλι, πὼς ἡ ἀγάπη εἶναι ἐνεργητικὴ ἀρετή.
.               Ἡ ἀγάπη γιὰ τοὺς ἐχθροὺς δὲν εἶναι ἀφύσικη; Ἡ ἀντίρρηση αὐτὴ προβάλλεται πολὺ ἔντονα ἀπὸ τοὺς μὴ χριστιανούς. Δὲν βλέπουμε πὼς πουθενὰ στὴ φύση δὲν ὑπάρχει παράδειγμα ἀγάπης γιὰ τοὺς ἐχθρούς, παρὰ μόνο ἀγάπης γιὰ τοὺς φίλους; Αὐτὴ εἶναι λοιπὸν αἰτία ἀμφισβήτησης. Τί ἔχουμε ν’ ἀπαντήσουμε σ’ αὐτό; Πρῶτ’ ἀπ’ ὅλα ἡ πίστη μας ἀναγνωρίζει δύο φύσεις: μία ἄφθαρτη, φωτεινὴ καὶ ἄτρεπτη στὸ κακὸ ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, σὰν κι αὐτὴν ποὺ εἶχε ὁ Ἀδὰμ στὸν παράδεισο· κι ἄλλη μία διεστραμμένη, σκοτεινὴ κι ἐπιρρεπῆ στὸ κακὸ καὶ τὴν ἁμαρτία, σὰν κι αὐτὴν ποὺ ἀντιμετωπίζουμε διαρκῶς σ’ αὐτὸν τὸν κόσμο.
.               Στὸν κύκλο τῆς πρώτης φύσης, ἡ ἀγάπη γιὰ τοὺς ἐχθροὺς εἶναι ἀπόλυτα φυσική. Στὴ φύση αὐτὴ ἡ ἀγάπη εἶναι σὰν τὸν ἀέρα ποὺ ἀνασαίνουν ὅλα τὰ πλάσματα καὶ ζοῦν. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀληθινὴ φύση ποὺ δημιούργησε ὁ Θεός. Ἀπ’ αὐτὴν ἡ θεϊκὴ ἀγάπη λάμπει στὴ φύση μας ὅπως οἱ ἀκτίνες τοῦ ἥλιου μέσα ἀπὸ τὰ σύννεφα. Ὁτιδήποτε στὴ γῆ ἔχει ἀληθινὴ ἀγάπη, προέρχεται ἀπὸ τὴν ἀγάπη αὐτή.

Στὸν κύκλο τῆς δεύτερης, τῆς ἐπίγειας φύσης, ἡ ἀγάπη γιὰ τοὺς ἐχθροὺς εἶναι σπάνια καὶ θὰ μποροῦσε νὰ θεωρηθεῖ ἀφύσικη. Δὲν εἶναι πραγματικὰ ἀφύσικη. Σὲ σχέση μὲ τὴν ἐπίγεια φύση μας εἶναι στὴν οὐσία ὑπερφυσικὴ ἤ, καλύτερα, προ-φυσική, καθὼς ἡ ἀγάπη φτάνει στὴν ἁμαρτωλὴ φύση μας ἀπὸ τὴν πρωταρχική, ἀναμάρτητη κι ἀθάνατη φύση ποὺ προϋπῆρχε τῆς δικῆς μας.
.               Ἡ ἀγάπη γιὰ τοὺς ἐχθροὺς εἶναι τόσο σπάνια, ὥστε θὰ μποροῦσε νὰ κληθεῖ ἀφύσικη, λένε ἄλλοι ἀντιρρησίες. Ἂν τὰ πράγματα εἶναι ἔτσι, τότε καὶ τὸ μαργαριτάρι εἶναι ἀφύσικο, ὅπως καὶ τὸ διαμάντι κι ὁ χρυσός. Αὐτὰ εἶναι ὅλα σπάνια ἀντικείμενα. Ποιός ὅμως μπορεῖ νὰ τὰ ὀνομάσει ἀφύσικα; πως πάρχουνφυτ πο εδοκιμον μόνο σ μία περιοχήτσι γίνεται κα μ τσπάνιο ατ φυτότ σπάνια ατ γάπηΦυτρώνει κιναπτύσσεται μόνο στν κκλησία το Χριστο. Γιὰ νὰ πειστεῖ κάποιος ἀπὸ τὰ πολυάριθμα παραδείγματα τοῦ φυτοῦ αὐτοῦ καὶ τοῦ κάλλους του, πρέπει νὰ διαβάσει τοὺς βίους τῶν Ἀποστόλων τοῦ Χριστοῦ, τῶν Πατέρων καὶ τῶν Ὁμολογητῶν τῆς χριστιανικῆς πίστης, τῶν μαρτύρων τῆς μεγάλης ἀλήθειας κι ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ.
.               Μία τρίτη ὁμάδα ἀντιρρησιῶν ἰσχυρίζεται πὼς ἂν δὲν εἶναι ἀδύνατη, ἡ ἀγάπη αὐτὴ εἶναι τουλάχιστο ἐξαιρετικὰ δύσκολη. Εἶναι ἀλήθεια πὼς δὲν εἶναι εὔκολη, κυρίως γιὰ ἐκεῖνον ποὺ διδάσκεται τὴν ἀγάπη μακριὰ ἀπὸ τὸν Θεό, ἀπὸ τὸν ὁποῖο ἐνισχύεται καὶ τροφοδοτεῖται ἡ ἀγάπη αὐτή. Πῶς ὅμως δὲν μποροῦμε ν’ ἀγαπήσουμε αὐτοὺς ποὺ ἀγαπάει ὁ Θεός; Ὁ Θεὸς δὲν ἀγαπᾶ περισσότερο ἐμᾶς ἀπ’ ὅσο ἀγαπᾶ τοὺς ἐχθρούς μας καὶ μάλιστα ὅταν εἴμαστε ἐχθροὶ ἄλλων. Ποιός ἀπὸ μᾶς μπορεῖ νὰ ἰσχυριστεῖ πὼς δὲν ὑπάρχει κανένας στὸν κόσμο ποὺ νὰ τὸν ἀποκαλεῖ ἐχθρό του; Ἂν ὁ ἥλιος τοῦ Θεοῦ ζέσταινε κι ἡ βροχὴ ἔπεφτε μόνο σ’ ἐκείνους ποὺ κανένας δὲν τοὺς λογαρίαζε ἐχθρούς του, δύσκολα θά ᾽φτανε κάποια ἀκτίνα στὴ γῆ ἢ θά ᾽πεφτε κάποια σταγόνα βροχῆς στὸ χῶμα. Ὁ ἄνθρωπος φορτώνεται ἀπὸ μόνος του μεγάλο φορτίο ἔχθρας. Ἡ ἁμαρτία δημιουργεῖ φόβο στὸν ἄνθρωπο. Κι ὁ φόβος αὐτὸς μὲ τὴ σειρά του τὸν κάνει νὰ ὑποπτεύεται ἐχθροὺς σ’ ὅλα τὰ πλάσματα γύρω του. Ὁ Θεὸς ὅμως εἶναι ἀναμάρτητος κι ἄφοβος κι ἑπομένως δὲν ὑποπτεύεται κανέναν, ἀλλὰ τοὺς ἀγαπᾶ ὅλους. Μᾶς ἀγαπᾶ τόσο πολὺ ὥστε, ὅταν μᾶς κυκλώνουν ἐχθροὶ χωρὶς νὰ φταῖμε σὲ τίποτα, πρέπει νὰ πιστεύουμε πὼς αὐτὸ γίνεται ἐν γνώσει Του καὶ γιὰ τὸ καλό μας.

christianvivliografia

http://amethystosbooks.blogspot.gr/

Παρασκευή, 27 Σεπτεμβρίου 2013

Τί μπορεί να κάνει ο Θεός σε τέτοιους ανθρώπους;

Τί μπορεί να κάνει ο Θεός σε τέτοιους ανθρώπους;

«Καιρός μετανοίας» 
 Αγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς
Ο Κριτής κάλεσε τους δίκαιους στη βασιλεία Του κι αμέσως μετά εξήγησε γιατί τους τη χάριζε: «Γιατί πείνασα και μου δώσατε να φάω, δίψασα και μου δώσατε νερό, ήμουν ξένος και σεις με φιλοξενήσατε στο σπίτι σας, ήμουν γυμνός και με ντύσατε, αρρώστησα και με επισκεφτήκατε, ήμουν στη φυλακή και σεις ήρθατε να με δείτε».
Ακούγοντας αυτή τη θαυμάσια εξήγηση, οι δίκαιοι ζήτησαν δισταχτικά και ταπεινά από το βασιλιά να τους πει πότε τον είδαν πεινασμένο και διψασμένο, γυμνό και άρρωστο και πότε τα έκαναν όλα αυτά σ’ Εκείνον. Και στην ερώτηση αυτή ο βασιλιάς έδωσε πάλι τη θαυμάσια αυτή απάντηση: «Αφού όλα αυτά τα κάνατε στους ελάχιστους και ταπεινούς αδελφούς μου, είναι σα να τα κάνατε σ’ έμενα τον ίδιο».
 
Όλη αυτή η ερμηνεία έχει δύο όψεις, μια εξωτερική και μια εσωτερική. Η εξωτερική ερμηνεία είναι σαφής στον καθένα. Εκείνος που τρέφει τον πεινασμένο, ξεδιψάει το διψασμένο, ντύνει το γυμνό και στεγάζει τον άστεγο, είναι σα να τα κάνει όλα αυτά στον ίδιο τον Κύριο. Εκείνος που επισκέπτεται τους αρρώστους ή τους φυλακισμένους, είναι σα να τα κάνει αυτά στον Κύριο. Αναφέρεται και στην Παλαιά Διαθήκη σχετικά πως, «εκείνος που ελεεί τον φτωχό, είναι σαν να δανείζει το Θεό, που ανάλογα με το τί έδωσε, θα του το ανταποδώσει».
Ο Κύριος, μέσα από κείνους που ζητούν τη βοήθειά μας, δοκιμάζει τις καρδιές μας. Ο Θεός δεν χρησιμοποιεί τίποτα δικό μας για λογαριασμό Του. Δεν έχει ανάγκη από τίποτα. Εκείνος που δημιούργησε το ψωμί, δεν μπορεί να πεινάσει. Εκείνος που δημιούργησε το νερό, δε γίνεται να διψάσει. Αυτός που ντύνει την κτίση ολόκληρη δεν μπορεί να είναι γυμνός, ούτε και ν’ αρρωστήσει αυτός που είναι η πηγή της υγείας. Ούτε και γίνεται να αιχμαλωτιστεί ο Κύριος των κυρίων.
Ο Θεός ζητά από μας να δίνουμε ελεημοσύνη, ώστε μ’ αυτόν τον τρόπο να μαλακώσουν οι καρδιές μας, να γίνουν πιό σπλαχνικές. Θα μπορούσε ο Θεός με την παντοδυναμία Του να κάνει διά μιας όλους τους ανθρώπους πλούσιους, χορτασμένους, ντυμένους κι ευχαριστημένους. Αλλ’ αφήνει τους ανθρώπους να δοκιμάσουν την πείνα και τη δίψα, την αρρώστια, τη φτώχεια και τη δυστυχία για δυό λόγους. Πρώτα, ώστε εκείνοι που υποφέρουν απ’ όλα αυτά να μπορέσουν έτσι να μαλακώσουν την καρδιά τους, να γίνουν πιο σπλαχνικοί και να έρθουν πιό κοντά στο Θεό, να τον προσκυνήσουν με πίστη και προσευχή. Δεύτερο, ώστε ο άνθρωπος μέσα από τα δικά του βάσανα να κατανοήσει και τους άλλους, με την ταπείνωσή του να κατανοήσει την ταπείνωση των άλλων. Έτσι θα καταλάβει την αδελφότητα και την ενότητα όλων των ανθρώπων μέσα από τον Ζώντα Θεό, το Δημιουργό και δοτήρα όλων των επίγειων αγαθών. Ο Θεός ζητά από μας να γίνουμε ελεήμονες, να έχουμε πάνω απ’ όλα έλεος. Γνωρίζει πως το έλεος είναι ο τρόπος για ν’ αποκαταστήσει ο άνθρωπος την πίστη στο Θεό, την ελπίδα στο Θεό και την αγάπη για το Θεό.
Αυτή είναι η εξωτερική ερμηνεία. Η δεύτερη έχει να κάνει με το Χριστό μέσα μας. Σε κάθε καθαρή σκέψη που έχουμε στο νου μας, σε κάθε ευγενικό συναίσθημα της καρδιάς μας και σε κάθε υψηλή φιλοδοξία κι επιθυμία της ψυχής μας για την επίτευξη του αγαθού, ο Χριστός αποκαλύπτεται μέσα μας με τη δύναμη του Αγίου Πνεύματος. Όλες αυτές τις αγνές σκέψεις, τα ευγενικά συναισθήματα και τις υψηλές φιλοδοξίες, τις ονομάζει ελαχίστους αδελφούς Του. Τα ονομάζει έτσι όλα αυτά επειδή βρίσκονται μέσα μας σε μια ασήμαντη μειονότητα σε σύγκριση με τους μεγάλους εσωτερικούς αγρούς που είναι γεμάτοι απορρίμματα και κακία. Αν ο νους μας πεινάει για το Θεό και τον ταΐσουμε, είναι σα να τρέφουμε το Χριστό μέσα μας. Αν η καρδιά μας είναι γυμνή από κάθε αγαθό κι ευγενικό πράγμα που ανήκει στο Θεό και την ντύσουμε, είναι σα να ντύσαμε το Χριστό μέσα μας. Αν η ψυχή μας είναι άρρωστη και φυλακισμένη από την κακή μας ύπαρξη και τα κακά μας έργα και το αντιληφθούμε αυτό και την επισκεφθούμε, τότε είναι σα να επισκεφτήκαμε το Χριστό μέσα μας.Με λίγα λόγια, αν αυτός ο δεύτερος εαυτός που έχουμε μέσα μας και που αντιπροσωπεύει το δίκαιο άνθρωπο, υποδουλωθεί και ταπεινωθεί από τον πονηρό κι αμαρτωλό εσωτερικό μας άνθρωπο και μείς τον προστατεύσουμε, είναι σα να προστατεύουμε το Χριστό μέσα μας. Ο δίκαιος άνθρωπος μέσα μας είναι πολύ-πολύ μικρός, ενώ ο αμαρτωλός μέσα μας είναι ένας πραγματικός Γολιάθ. Ο δίκαιος άνθρωπος μέσα μας όμως είναι ο μικρός αδελφός του Χριστού, ο ελάχιστος, κι ο αμαρτωλός Γολιάθ μέσα μας είναι ο εχθρός του Χριστού. Αν τότε προστατέψουμε το δίκαιο άνθρωπο μέσα μας, αν τον ελευθερώσουμε, τον ενισχύσουμε και τον βγάλουμε στο φως· αν τον σηκώσουμε ψηλότερα από τον αμαρτωλό, ώστε, να τον κυριεύσει, και να μπορούμε να πούμε μαζί με τον απόστολο Παύλο, «ζω δε ουκέτι εγώ, ζη δε εν εμοί Χριστός» (Γαλ. β’20), τότε θα κληθούμε ευλογημένοι και στην τελευταία Κρίση θ’ ακούσουμε τα λόγια του Βασιλιά: δεύτε οι ευλογημένοι του πατρός μου, κληρονομήσατε την ητοιμασμένην υμίν βασιλείαν από καταβολής κόσμου.
Σε κείνους που θα βρεθούν αριστερά Του θα πει ο Κριτής: Φύγετε μακριά από μένα εσείς οι καταραμένοι, πηγαίνετε στο αιώνιο πυρ που έχει ετοιμαστεί για το διάβολο και τους πονηρούς αγγέλους του. Ο Κριτής είναι φοβερός, αλλά δίκαιος. Ο Βασιλιάς καλεί τους δίκαιους κοντά Του και τους δίνει τη βασιλεία Του, ενώ απομακρύνει τους αμαρτωλούς και τους στέλνει στο αιώνιο πυρ, στην πονηρή συντροφιά του διαβόλου και των υπηρετών του. Στο έργο του «Περί Τελικής Κρίσεως» ο Μέγας Βασίλειος γράφει: «Αν υπάρχει κάποιο τέλος στα αιώνια βάσανα, σημαίνει πως υπάρχει τέλος και στην αιώνια ζωή. Καθώς όμως είναι αδύνατο να φανταστείς το τέλος της αιώνιας ζωής, πώς είναι δυνατό να σκεφτείς ότι θα υπάρξει τέλος στα αιώνια βάσανα;» Κρίνοντας τους αμαρτωλούς που βρίσκονται αριστερά Του ο Βασιλιάς τους εξηγεί αμέσως γιατί είναι καταραμένοι και γιατί τους στέλνει στο αιώνιο πυρ: Πείνασα και δεν μου δώσατε να φάω, δίψασα και δεν με ποτίσατε. Ήμουν ξένος και δεν με πήρατε στο σπίτι σας, ήμουν γυμνός και δεν με ντύσατε, ήμουν άρρωστος ή φυλακισμένος και δεν με επισκεφθήκατε.
Τίποτα απ’ αυτά που είχαν κάνει οι δίκαιοι δεν έκαναν οι αμαρτωλοί. Και σαν άκουσαν τα λόγια αυτά του Κυρίου οι αμαρτωλοί ρώτησαν, όπως κι οι δίκαιοι: «Κύριε, πότε σε είδαμε πεινασμένο ή διψασμένο…;» Κι ο Κύριος απάντησε: «Αλήθεια σας λέω: αφού δεν κάνατε τίποτα στους αδελφούς μου τους ελάχιστους, ούτε και σε μένα κάνατε».
Η ερμηνεία που έκανε ο Βασιλιάς στους αμαρτωλούς έχει επίσης δυό σημασίες, μια εξωτερική και μια εσωτερική, όπως και στην πρώτη περίπτωση με τους δίκαιους. Ο νους των αμαρτωλών ήταν σκοτισμένος, η καρδιά τους σκληρή κι η ψυχή τους είχε κακή διάθεση προς εκείνους που πεινούσαν, διψούσαν, ήταν γυμνοί, άρρωστοι και φυλακισμένοι στη γη. Με το σκοτισμένο τους νου δεν μπορούσαν να δουν πως ο Χριστός τους καλούσε να ελεήσουν τους φτωχούς και βασανισμένους αδελφούς τους. Η σκληρή καρδιά τους δεν μαλάκωνε με τα δάκρυα των άλλων. Ούτε και το παράδειγμα του Χριστού και των αγίων Του άλλαζε την κακοπροαίρετη ψυχή τους για να επιθυμήσουν το καλό και να το κάνουν. Έτσι, όπως ήταν άσπλαχνοι στο Χριστό, μέσω των αδελφών Του, ήταν άσπλαχνοι και στο Χριστό μέσα από τον ίδιο τον εαυτό τους. Με το που τους ερχόταν κάποια αγνή σκέψη, την εξαφάνιζαν θεληματικά και την αντικαθιστούσαν με άλλες σκέψεις, ακάθαρτες και βλάσφημες. Ξερίζωσαν κάθε ευγενικό συναίσθημα από την καρδιά τους και το αντικατάστησαν με ασπλαχνία, λαγνεία και ιδιοτέλεια. Κάθε επιθυμία που εκδηλωνόταν μέσα τους για να κάνουν κάποια καλή πράξη, ακολουθώντας τις εντολές του Χριστού, την καταπίεζαν αμέσως και στη θέση της έβαζαν άλλη, πώς να κάνουν κακό στους άλλους ή ν’ αμαρτήσουν, για να προκαλέσουν την οργή του Θεού. Έτσι τον ελάχιστο αδελφό του Χριστού, δηλαδή το δίκαιο άνθρωπο που βρισκόταν μέσα τους, τον σταύρωναν, τον σκότωναν και τον έθαβαν. Ο σκοτεινός Γολιάθ που είχαν θρέψει, δηλαδή ο άδικος άνθρωπος μέσα τους ή ο ίδιος ο διάβολος, παρέμενε νικητής στο πεδίο της μάχης.
Τί μπορεί να κάνει ο Θεός σε τέτοιους ανθρώπους; Μπορεί να δεχτεί στη βασιλεία Του εκείνους που έβγαλαν τη βασιλεία αυτή από τη ζωή τους; Μπορεί να καλέσει κοντά Του αυτούς που ξερίζωσαν μέσα τους την εικόνα του Θεού, αυτούς που διακήρυξαν μυστικά στην καρδιά τους αλλά κι ανοιχτά, μπροστά σ’ όλον τον κόσμο, πως είναι εχθροί του Θεού και υπηρέτες του διαβόλου; Όχι! Αυτοί έγιναν με την ελεύθερη βούλησή τους υπηρέτες του διαβόλου. Κι ο Κύριος στην τελική Του κρίση θα τους στείλει να συντροφέψουν εκείνους που είχαν παρέα σ’ ολόκληρη τη ζωή τους. Θα τους στείλει δηλαδή στο αιώνιο πυρ που έχει προετοιμαστεί για το διάβολο και τους πονηρούς αγγέλους του.
 
Αγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς, «Καιρός μετανοίας»

paterikiorthodoxia

ΜΥΣΤΙΚΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ (9).


ΜΥΣΤΙΚΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ (9).



Ο ΝΙΤΣΕ ΜΥΣΤΙΚΙΣΤΗΣ ( Τελευταίο). 

Συνέχεια απο : Τρίτη, 24 Σεπτεμβρίου 2013

Henri de Lubac

Ο ΝΙΤΣΕ ΜΥΣΤΙΚΙΣΤΗΣ (ΜΥΣΤΙΚΟΣ)  
 

Ο Νίτσε δεν το παραδέχεται, αλλά το έργο του το διαλαλεί στους τέσσερις ανέμους. Διαψεύδει την λύση στην οποία αρπάζεται, αποκαλύπτει τα κενά: «Πρέπει να επιμείνω στο όνειρο μου εάν δεν θέλω να πεθάνω» : τρομακτική εξομολόγηση, καθότι ό,τι ονόμαζε μέχρι τότε διαλυμένο ερείπιο θα μπορούσε να είχε γίνει η σωτηρία του και εκείνη η προσκόλλησή του σ’ένα αδύνατο όνειρο είναι αντιθέτως αυτό που θα τον οδηγήσει στην καταστροφή. Αυτός που χάρη στην απαίτηση ειλικρίνειας πλησιάζει τις πιο λεπτές ψυχές, κατέληξε να θρέψει ένα ύποπτο ενδιαφέρον για την ιδέα του «Ιερού ψέματος» . Αυτός που με τόση λεπτότητα μυρίστηκε τις ασυνείδητες υποκρισίες και με τόση σκληρότητα τις καταδίκασε, έγινε στο τέλος, όχι ο άνθρωπος με την μασκα, αλλά ο άνθρωπος της μάσκας, σχεδόν ο θεωρητικός τής ψευδαισθήσεως, την οποία χαΐδεψε και έθρεψε, ο θαυμαστής μίας υποκρισίας τής οποίας, κατά βάθος, γνωρίζει την φύση της πολύ καλά. 

Προσποιήθηκε ότι δημιούργησε αυτό που δεν μπορούσε να εμποδίσει την επιβολή του. (Αυτό το σημείο παρουσιάζεται με διαύγεια από την Λού Σαλομέ:... αλλά το βάθος όλης της αναπαραστάσεως αποτελείται από την σκέψη πώς ο κόσμος είναι μία ψευδαίσθηση τού ανθρώπου, που την δημιουργει ο ίδιος και πώς στην θεότητά του, δηλαδή στην ενότητα της ουσίας του με τον πλούτο της ζωής, γνωρίζει πώς εξαρτάται από αυτόν και από την δημιουργική θέληση…) Επέστρεψε λοιπόν μ’αυτόν τον τρόπο στον ψευδαισθησιασμό της πρώτης του περιόδου, όταν ήταν θαυμαστής τού Σοπενάουερ. [Αυτή είναι η κίνηση της Δύσεως που δεν έχουμε κατανοήσει ακόμη. Που την υποδούλωσε στον Ινδουισμό. Τα αισθήτήρια που μας δίνουν τα φαινόμενα, γεννούν την ψευδαίσθηση. Ο κόσμος των αισθητηρίων είναι μία ψευδαίσθηση. Και με την ψευδαίσθηση αυτή αποκήρυξαν την Ελληνική στάση απέναντι στα αισθητήρια, πού ήταν ότι τά  φαινόμενα απατούν,ελέγχονται δεν καταργούνται καί νομιμοποίησαν  την διαχείριση των πληροφοριών των αισθητηρίων από την φαντασία, κάτι που απαγόρευε η αρχαία φιλοσοφία, προκειμένου να καταλήγουν στον Νού]. Όπως και η Γέννηση της Τραγωδίας, ο Ζαρατούστρα είναι ένα έργο «Βαγκνεριανό». Αυτό το ποίημα με το οποίο θέλησε να κοροϊδέψει το Ευαγγέλιο, είναι παρόλες τις όμορφες στιγμές του, θεατρικό, σε απελπιστικό βαθμό. Γίνεται αισθητή μία δίψα για καθαρότητα και αυθεντικότητα, αλλά ταυτοχρόνως και κάτι φουσκωμένο και κάτι ψευδομεγαλοπρεπές που αποκαλύπτει την παραχάραξη. Και την ίδια στιγμή που λυπάται τον Πασκάλ σαν ένα θύμα του Χριστιανισμού, ο Νίτσε βρίσκεται πολύ κοντά να αποδειχθεί θύμα του αντιχριστιανικού ονείρου-τού ψεύδους του. Και η Λού Σαλομέ δεν είναι η μόνη που ταράζεται διαβάζοντας αυτές τις γραμμές από το «πέραν του καλού και του κακού» Και ποιος ξέρει πώς μέχρι σήμερα, σε όλα τα μεγάλα γεγονότα δεν επαληθεύθηκε ακριβώς το ίδιο πράγμα: πώς το πλήθος λάτρευσε έναν Θεό-και πώς ο «Θεός αυτός δεν υπήρξε τίποτε άλλο από ένα φτωχό θύμα προς θυσία» . 

Πολλές φράσεις των τελευταίων του χρόνων, γύρω από την αιώνια επιστροφή, εκφράζουν μόνον μία απογοητευμένη παράδοση, παρά κάποιον ενθουσιασμό: ιδού ο άνθρωπος: Δεν μπορείς να ανεχθείς πλέον την μοίρα σου; Αγάπησέ την, δεν έχεις επιλογή. 

Ή αυτή επίσης, πιο πικρή, ίσως θλιβερά αινιγματική, παρότι φωτισμένη ακόμη από την ενθύμηση της λαμπρής στιγμής: «Η στιγμή κατά την οποία έφερα στον κόσμο την Επιστροφή είναι αθάνατη και είναι για την αγάπη αυτής της στιγμής, που ανέχομαι την Επιστροφή» Ή ακόμη, η σημείωση της 10ης Ιουνίου του  1887 : «Η Αιώνια Επιστροφή είναι η πιο ακραία μορφή του μηδενισμού, το αιώνιο (παράλογο) μηδέν» . Συνδέοντας αυτά τα λόγια μ’αυτά που έγραφε ο Νίτσε λίγο μετά από την έκσταση τού Surlej , «πώς όλα επιστρέφουν ακατάπαυστα είναι το πιο ακραίο πλησίασμα ανάμεσα στον κόσμο του γίγνεσθαι και του Είναι: η κορυφή του διαλογισμού». Ο Daniel Halevy γράφει: 

«Κάθε σημείωση αφορά την αιώνια Επιστροφή, το ίδιο θέμα επιστρέφει και επαναλαμβάνεται συνεχώς [Αυτό σημαίνει μόνοσήμαντη σκέψη, που γεννά την ιδεολογία]. Πόσος δρόμος όμως περπατημένος ανάποδα, τί ανατροπή των προοπτικών.
Το ακραίο πλησίασμα ανάμεσα στον κόσμο του γίγνεσθαι και τον κόσμο του Είναι διήρκεσε μόνον την στιγμή μίας εκστατικής αστραπής Στην Αιώνια επιστροφή ο Νίτσε ανακαλύπτει την πιο ακραία μορφή τού μηδενισμού, το μηδέν, το παρανοϊκό αιώνιο. Η κορυφή του διαλογισμού που πίστευε πώς είχε ακουμπήσει, καταρρέει και ο Νίτσε κυκλώνεται από τα συντρίμμια της σκέψης του –διπλωμένος στα ύψη, πολύ υψηλά κοντά στον κίνδυνο και χωρίς καμμία απάντηση στην Ερώτηση: που πάς; Σ’αυτές τις δύο τελευταίες σημειώσεις του ή μία είχε ανοίξει έναν δρόμο ελπίδος, η άλλη τον ξανάκλεινε». 

«Ο μηδενισμός που νικιέται από μόνος του» δεν μπορεί να είναι παρά μία εφήμερη νίκη και η πρόχειρη απόφαση που μεταμορφώνει την απαισιοδοξία σε κραυγή θριάμβου είναι ανίκανη να τροποποιήσει οτιδήποτε στην πραγματικότητα. Γι’αυτόν τον λόγο ο Νίτσε, χωρίς να εγκαταλείπει το όνειρο που ενσάρκωσε στον Ζαρατούστρα, θα αισθανθεί όλο και περισσότερο, αντίθετα από την σιγουριά που είχε αντλήσει στο όραμα του Rapallo, πώς πρέπει με κάθε δύναμη να διακριθεί, να ξεχωρίσει από το διπλό του: δεν είναι εξίσου μ’αυτό ευτυχισμένος και ελεύθερος. Είναι ίσως και ο λόγος για τον οποίο, μέχρι το τέλος, θα διατηρήσει την αίσθηση πώς η αποκάλυψη που φέρει είναι επικίνδυνη και πώς αυτός είναι ένας «Μοιραίος» παρά ένας Ευαγγελιστής. Δεν είναι γεμάτα σημασία τα λόγια που προφέρει ο ήρωάς του; «Στ’αλήθεια σας συμβουλεύω: φύγετε μακρυά από μένα, φυλαχτείτε από τον Ζαρατούστρα. Ακόμη καλύτερα: ντρεπείτε γι’αυτόν: ίσως σας εξαπάτησε….Μου είστε αφοσιωμένοι, αλλά τι θα συνέβαινε αν μία μέρα γκρεμιζόταν η λατρεία σας; Προσέξτε μήπως σας συνθλίψει ένα άγαλμα….» 

Σχετικά με το θέμα αυτό, η αλληλογραφία του Νίτσε προσφέρει ένα σταθερό σχολιασμό σ’αυτές τις κλεφτές δηλώσεις. Δεν θα χρησιμοποιήσουμε σαν επιχείρημα εναντίον του τον πόνο που συνεχώς αυξάνει. Αυτό που πρέπει να σημειώσουμε είναι το γεγονός πώς υποφέρει λόγω του εσωτερικού του διχασμού. Δεν είναι ούτε ενωμένος ούτε απελευθερωμένος. Διαθέτει μήπως εκείνο τον αέρα του σωσμένου για τον οποίο κατηγορεί τους Χριστιανούς ότι δεν διαθέτουν; Είναι βαθύτατα μελαγχολικός. «Κάθε χρονιά γίνεται και πιο αβάσταχτη, γράφει λοιπόν στον Oberbeck: Δεν θέλω να σου κρύψω πώς όλα μου πάνε άσχημα. Γύρω μου ξανάπεσε η νύχτα. Έχω την εντύπωση πώς άστραψε (αναφέρεται στην εμπειρία του Rapallo). Και τώρα όλα τέλειωσαν. Πιστεύω πώς θα καταλήξω αναπότρεπτα στον πάτο….Μία κάννη πιστολιού είναι τώρα για μένα πηγή σκέψεων σχετικά ευχάριστων …..! Και λίγο μετά, τον Μάρτιο: Δεν με ενδιαφέρει πια τίποτε. Στο βάθος του Είναι μου, υπάρχει μία μαύρη και αναλλοίωτη μελαγχολία. Το χειρότερο είναι πώς δεν καταλαβαίνω πια για ποιόν λόγο πρέπει να συνεχίσω να ζώ, παραπάνω ίσως από έξι μήνες. Κάθε πράγμα μου φαίνεται ενοχλητικό, αηδιαστικό, αιχμηρό!» 

Στην πραγματικότητα ο Νίτσε αυτοκαταστρέφεται : «Οι κραυγές τού Ζαρατούστρα είναι μόνον ανθρώπινη αταξία, εάν τις συγκρίνουμε με τα αλληλούια του Σαββάτου της Αναστάσεως». Δεν ξεπέρασε ποτέ του την απελπισία του «τρελλού ανθρώπου» που έψαχνε παντού με την λάμπα το πτώμα του δολοφονημένου Θεού. Αυτό που επινόησε στην συνέχεια για να ξεφύγει από την κρίση, βοήθησε την επιβάρυνση της. Αυτή η σκέψη της αιωνίου επιστροφής, παρόμοια με το Bateau ivre του Ρεμπώ, αμφισβήτησε την ανοιχτή θάλασσα χωρίς τιμόνι, ούτε πυξίδα, και δεν μπορούσε να’χει  διαφορετικό τέλος από το ναυάγιο, ήταν αδύνατον να βρεί λιμάνι. Το είχε προαισθανθεί από το καλοκαίρι του 1883. Ξανανεβαίνοντας στο Sils Maria ανέλυε με καθαρότητα την εσωτερική του σύγκρουση που τον ωθούσε όλο και πιο κοντά, βήμα- βήμα στην τρέλλα. Και γράφει ξανά στον Overbeck: Το καταλαβαίνω με τον πιο τρομοκρατημένο τρόπο. Αλλά δυστυχώς το Fatum, η μοίρα του, τον κατείχε αμείλικτα. Ήταν ακριβώς το αντίθετο αυτού που προσπαθούσε, με κάποια διαλείμματα, να πείσει τον εαυτό του. 

Ο Νίτσε αποκεφαλίστηκε με τα ίδια του τα χέρια! Γνώρισε ένα φυσιολογικό, κοινότοπο, ναυάγιο. Αυτό που έχει το ιδιαίτερο αυτή η τρέλλα δεν είναι η φύση της, είναι το παρελθόν της. Οι πρόδρομοί της. Είναι άχρηστο βεβαίως να ερευνήσουμε για να βρούμε Θείους προγόνους, προηγηθέντες του Νίτσε, για να γλιτώσουμε από το αυτονόητο. 

Έτσι λοιπόν μπορούμε να περιπαίξουμε την «αστική νοησιαρχία» που θα προσποιείτο αδυναμία να αναγνωρίσει σ’αυτή την απαιτητική τρέλλα μία απελευθέρωση από την έννοια του χρόνου. Μπορούμε να γιορτάσουμε επίσης την ενέργεια της «δημιουργικής αρχής που γεννά στον κόσμο, σπάει την αρχή τής εξατομικεύσεως και σπάζει σαν μία φούσκα σαπουνιού, το λογικό περιτύλιγμα τού πνεύματος. Μπορούμε επίσης να προσπαθήσουμε να πιστέψουμε πώς η περίπτωση του Νίτσε μας εμφανίζεται σαν μία ακραία περίπτωση μόνον επειδή αντιπροσωπεύει μία μελλοντική νοοτροπία ή οποία σήμερα δεν μπορεί να σταθεί για πολύ. Η σκέψη του μας μοιάζει ακατανόητη μόνον επειδή ανεπτύχθη πέρα από τον συνηθισμένο μας κανόνα και εμποδίζεται από μία αδυναμία μεταδόσεως, που προέρχεται αποκλειστικά από την δική μας αργοπορία. 

Εξηγήσεις αυτού του είδους μαρτυρούν κυρίως την ανάγκη μας να πιστέψουμε με κάθε κόστος. Είναι αλήθεια πώς η έκρηξη της πνευματικής καινοτομίας φαίνεται καταρχάς σαν ευφορία ή σαν τρέλλα, στα μάτια των ανθρώπων. Παρ’όλα αυτά όμως η κρίση στους δρόμους του Torino ή η υπνηλία του Weimar δεν ομοιάζουν σε τίποτε με την χαρά της Πεντηκοστής ή με την τρέλλα του Σταυρού. 

Ο Νίτσε βρήκε την αθωότητα που έψαχνε τόσο-αλλά την βρήκε στο ασυνείδητο. Η προειδοποίηση που μας απεύθυνε εξ’αρχής, παίρνει όλη της την τραγική σημασία: αυτός ο μυστικιστής δεν έχει την ανάγκη κανενός για να ανασκευαστεί: το κάνει μόνος του ! 

ΤΕΛΟΣ. 

Αμέθυστος.

Ἡ ἀγάπη πρός τόν Θεό

Ἡ ἀγάπη πρός τόν Θεό

Πηγή: Κύριος Ἰησοῦς Χριστός-Ὑπεραγία Θεοτόκος


 Ἁγίου Ἰγνατίου Μπριαντσανίνωφ
 
Νά ἀγαπᾶς τόν Θεό ἔτσι ὅπως Ἐκεῖνος μᾶς πρόσταξε νά Τόν ἀγαπᾶμε καί ὄχι ὅπως Τόν ἀγαποῦν τάχα οἱ πλανεμένοι ὀνειροπόλοι.
Μήν ἐπιδιώκεις ἐκστάσεις, μήν προξενεῖς στόν ἑαυτό σου νευρική ἔξαψη, μή φλογίζεις τήν καρδιά σου μέ φλόγα σαρκική, μέ τή φλόγα τοῦ αἵματος σου. Θυσία εὐπρόσδεκτη ἀπό τόν Θεό εἶναι ἡ ταπείνωση τῆς καρδιᾶς καί ἡ συντριβή τοῦ πνεύματος. Ἀποστρέφεται ὁ Κύριος τή θυσία πού Τοῦ προσφέρεται μέ αὐτοπεποίθηση, μέ ὑπερηφάνεια, ἔστω κι ἄν πρόκειται γιά ὁλοκαύτωμα.
 
Ἡ ὑπερηφάνεια ταράζει τά νεῦρα, θερμαίνει τό αἷμα, διεγείρει τή φαντασία, συντηρεῖ τή ζωή τῆς πτώσεως. Ἡ ταπείνωση γαληνεύει τά νεῦρα, κατευνάζει τήν κυκλοφορία τοῦ αἵματος, καταπαύει τήν ὀνειροπόληση, τερματίζει τή ζωή τῆς πτώσεως, δίνει τή ζωή πού ἔφερε ὁ Ἰησοῦς Χριστός.
« Ἡ ὑπακοή εἶναι γιά τόν Κύριο καλύτερη ἀπό κάθε θυσία καί ἡ ὑποταγή στό θέλημα Του ἀνώτερη ἀπό τό λίπος τῶν κριαριῶν», εἶπε ὁ προφήτης Σαμουήλ στόν βασιλιά Σαούλ, πού τόλμησε νά προσφέρει στόν Θεό θυσία ἀνάρμοστη (Α΄ ΒΑΣ. 15:22). Ἄν, λοιπόν, θέλεις νά προσφέρεις στόν Θεό τή θυσία τῆς ἀγάπης, μήν τήν προσφέρεις αὐθαίρετα καί ἀλόγιστα· νά τήν προσφέρεις μέ ταπείνωση, ὅταν καί ὅπου ὅρισε ὁ Θεός. Ὁ πνευματικός τόπος, ὅπου μᾶς δόθηκε ἐντολή νά προσφέρουμε πνευματικές θυσίες, εἶναι ἡ ταπείνωση.
 
Ὁ Κύριος προσδιόρισε μέ ἀκριβή καί ἀξιόπιστα κριτήρια ποιόςεἶναι ἐκεῖνος πού Τόν ἀγαπᾶ καί ποιός ὄχι. Εἶπε: «Ὅποιος μέ ἀγαπᾶ, θά τηρήσει τόν λόγο μου. Αὐτός πού δέν μέ ἀγαπᾶ, δέν ἀκολουθεῖ τά λόγια μου» (Ἰω. 14:23, 24).
Θέλεις νά διδαχθεῖς τήν ἀγάπη πρός τόν Θεό; Ἀπόφευγε κάθε ἔργο, λόγο σκέψη ἤ αἴσθημα πού ἀποδοκιμάζει τό Εὐαγγέλιο. Μισώντας τήν ἁμαρτία, τήν τόσο μισητή στόν πανάγιο Θεό, φανέρωσε καί ἀπόδειξε τήν ἀγάπη σου σ᾿ Ἐκεῖνον. Τά ἁμαρτήματα, στά ὁποῖα θά συμβεῖ νά πέσεις ἀπό ἀδυναμία, ἀφάνισέ τα δίχως χρονοτριβή μέ τή μετάνοια. Προσπάθησε, ὅμως νά ἀποφεύγεις κι αὐτά τά ἁμαρτήματα πού κάνεις ἀπό ἀδυναμία, μέ τήν ἄγρυπνη παρακολούθηση τοῦ ἑαυτοῦ σου.
 
Θέλεις νά διδαχθεῖς τήν ἀγάπη πρός τόν Θεό; Μέ ἐπιμέλεια νά μελετᾶς στό Εὐαγγέλιο τίς ἐντολές τοῦ Κυρίου καί νά προσπαθεῖς νά τίς ἐφαρμόζεις στήν πράξη, ἀποκτώντας ἔτσι σιγά-σιγά τίς εὐαγγελικές ἀρετές καί κάνοντας τες ἕξεις σου, ἰδιότητες τῆς ψυχῆς σου. Χαρακτηριστικό τοῦ ἀνθρώπου πού ἀγαπᾶ εἶναι ἡ ἀκριβής ἐκπλήρωση τοῦ θελήματος τοῦ ἀγαπημένου του προσώπου.
 
«Ἀγάπησα τίς ἐντολές Σου», λέει ὁ προφήτης, «περισσότερο ἀπό τό χρυσάφι καί τό τοπάζι· γι᾿ αὐτό συμμορφωνόμουνα μ᾿ ὅλες τίς ἐντολές Σου, κάθε ἀδικία τή μίσησα» (Ψαλμ. 118:127-128). Ἡ διαγωγή αὐτή εἶναι ἀπαραίτητη γιά τή διατήρηση τῆς πιστότητας στόν Θεό. Ἡ πιστότητα εἶναι ὁ πιό ἐπιτακτικός ὅρος τῆς ἀγάπης. Χωρίς αὐτόν τόν ὅρο ἡ ἀγάπη καταλύεται.
 

Μέ τή σταθερή ἀπομάκρυνση ἀπό τό κακό καί τήν οἰκείωση τῶν εὐαγγελικῶν ἀρετῶν φτάνουμε στήν ἀγάπη πρός τόν Θεό. Μέ τόν ἴδιο τρόπο παραμένουμε σ᾿ αὐτή τήν ἀγάπη: «Ἄν τηρήσετε τίς ἐντολές μου, θά μείνετε πιστοί στήν ἀγάπη μου», εἵπε ὁ Σωτήρας(Ἰω. 15:10).

Ἡ τελειώτητα τῆς ἀγάπης βρίσκεται στήν ἕνωση μέ τόν Θεό. Ἡ πρόοδος στήν ἀγάπη συνοδεύεται ἀπό ἀνέκφραστη πνευματική παρηγοριά, γλυκύτητα καί φώτιση. Ἀλλά στήν ἀρχή τοῦ ἀγώνα του ὁ μαθητής τῆς ἀγάπης πρέπει νά πολεμήσει σκληρά μέ τόν ἴδιο του τόν ἑαυτό, μέ τή βαριά ἀρρωστημένη φύση του. Τό κακό, λόγω τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος, ἔγινε στοιχεῖο τῆς φύσεώς μας, ἔγινε νόμος γι᾿ αὐτή τή μεταπτωτική φύση, νόμος πού ἀντιστρατεύεται τόν νόμο τοῦ Θεοῦ, τόν νόμο τῆς ἁγίας ἀγάπης(Πρβλ. Ρωμ. 7:23).
 
Ἡ ἀγάπη πρός τόν Θεό θεμελιώνεται στήν ἀγάπη πρός τόν πλησίον. Ὅταν ἡ καρδιά σου ἀπαλλαγεῖ ἀπό κάθε μνησικακία, τότε βρίσκεσαι κοντά στήν ἀγάπη. Καί ὅταν ἡ καρδιά σου, ἀποκτήσει τήν εὐλογημένη εἰρήνη πρός ὅλους τούς ἀνθρώπους, τότε βρίσκεσαι μπροστά στήν πύλη τῆς ἀγάπης. Ἡ πύλη αὐτή, ὅμως ἀνοίγεται μόνο ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα. Ἡ ἀγάπη πρός τόν Θεό εἶναι δῶρο τοῦ ἴδιου τοῦ Θεοῦ πρός τόν ἄνθρωπο, δῶρο πού δίνεται σ᾿ ὅποιον ἑτοιμάζεται νά τό δεχθεῖ μέ τήν καθαρότητα τοῦ νοῦ, τῆς καρδιᾶς καί τοῦ σώματος. Ἀνάλογο μέ τήν ἑτοιμασία εἶναι καί τό δῶρο, γιατί ὁ Θεός εἵναι ἀγαθός ἀλλά καί δίκαιος.
 
Ἡ ἀγάπη πρός τόν Θεό εἵναι ὁλωσδιόλου πνευματική: «ὅ,τι γεννιέται ἀπό τό Πνεῦμα εἶναι πνευματικό» (Ἰω. 3:6). Ἀντίθετα, «ὅ,τι γεννιέται ἀπό τόν ἄνθρωπο εἶναι ἀνθρώπινο» (Ἰω. 3:6), γι᾿ αὐτό ἡ ἀγάπη ἡ ἀνθρώπινη, ἡ φυσική καί σαρκική, ἔχει τίς ἰδιότητες τῆς σάρκας, τῆς φθαρτῆς ὕλης. Εἶναι ἀσταθής καί μεταβλητή. Ἡ φωτιά της, ἡ θέρμη της, ἐξαρτᾶται ἀπόλυτα ἀπό τήν ὕλη.
                             
Διαβάζοντας στή Γραφή πώς ὁ Θεός εἶναι φωτιά (Δευτ. 4:24· 9:3)καί νιώθοντας νά καίει μέσα σου ἡ φωτιά τῆς φυσικῆς ἀγάπης, μή νομίσεις πώς οἱ δυό αὐτές φωτιές συνταυτίζονται. Ὄχι. Ἀπεναντίας, μάλιστα, εἶναι ἀσυμβίβαστες μεταξύ τους. Ἡ μία ἐναντιώνεται στήν ἄλλη, ἡ μία σβήνει τήν ἄλλη (Πρβλ. Ὅσίου Ἰωάννου τοῦ Σιναΐτου, ὅ.π., ΙΕ΄, 2). «Ἄς λατρεύουμε τόν Θεό μέ τρόπο εὐάρεστο, μέ σεμνότητα καί εὐλάβεια, γιατί ὁ Θεός μας εἶναι φωτιά πού κατακαίει» (Ἑβρ. 12:28-29).

Ἡ φυσική ἀγάπη, τό ξαναλέω, εἶναι ἀγάπη μεταπτωτική, θερμαίνει τό αἷμα, ταράζει τά νεῦρα, διεγείρει τή φαντασία. Ἡ ἁγία ἀγάπη γαληνεύει καί τήν ψυχή καί τό σῶμα, ἐνῶ συνάμα βυθίζει τόν ἐσωτερικό ἄνθρωπο στήν προσευχητική σιωπή, στή νηφάλια μέθη τῆς ταπεινώσεως καί στήν πνευματική γλυκύτητα.
 
Πολλοί ἀγωνιστές, πού πῆραν τή φυσική ἀγάπη γιά θεϊκή, προξένησαν ὑπερδιέργερση στίς σωματικές καί ψυχικές λειτουργίες τους. Καί ἡ μετάπτωση ἀπό τήν κατάσταση τῆς ὑπερδιεγέρσεως στήν κατάσταση τῆς παραφροσύνης εἶναι πολύ εὔκολη. Ἔτσι, δέν ἦταν λίγοι ἐκεῖνοι πού θεώρησαν πώς εἶχαν γεμίσει ἀπό χάρη καί ἁγιότητα, ἐνῶ στήν πραγματικότητα δέν ἦταν παρά ἐλεεινά θύματα τῆς πλάνης τους.
 
Στή Δυτική Ἐκκλησία, ἀφότου αὐτή ξέπεσε στόν παπισμό, ὅπου σ᾿ ἕναν ἄνθρωπο ἀποδίδεται βλάσφημα ἡ θεϊκή ἰδιότητα τοῦ ἀλάθητου καί τιμή πού ἀνήκει μόνο στόν Θεό, ὑπῆρξαν πολλοί τέτοιοι ἀγωνιστές. Αὐτοί ἔγραψαν καί βιβλία, ὅπου, μέσα στήν ψυχοσωματική τους ἔξαψη, παρουσιάζουν τήν πλάνη ὡς θεία ἀγάπη καί, μέ τή νοσηρή φαντασία τους, περιγράφουν πλήθη ὁραμάτων, σταλμένων τάχα ἀπό τόν Θεό, τά ὁποῖα ἄλλο δέν κάνουν παρά νά γιγαντώνουν τήν ὑπερηφάνεια καί τή φιλαυτία τους.
 
Ἐσύ, παιδί τῆς Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας, νά ἀποφεύγεις τήν ἀνάγνωση τέτοιων βιβλίων, νά ἀποφεύγεις τή μίμηση τῶν πλανεμένων. Νά χειραγωγεῖσαι ἀπό τό Εὐαγγέλιο καί τούς ἁγίους Πατέρες τῆς μοναδικῆς ἀληθινῆς Ἐκκλησίας καί νά ἀνεβαίνεις μέ ταπείνωση στά πνευματικά ὕψη τῆς θεϊκῆς ἀγάπης μέσω τῆς ἐργασίας τῶν ἐντολῶν τοῦ Χριστοῦ.
Νά θυμᾶσαι πάντα πώς ἡ ἀγάπη πρός τόν Θεό εἶναι ἡ ὕψιστη δωρεά τοῦ ἁγίου Πνεύματος. Τό μόνο πού μπορεῖ νά κάνει ὁ ἄνθρωπος εἶναι νά ἑτοιμάσει τόν ἑαυτό του μέ τήν καθαρότητα καί τήν ταπεινοφροσύνη, γιά νά δεχθεῖ αὐτή τή δωρεά, μέ τήν ὁποία ἀλλοιώνονται ὁ νοῦς, ἡ καρδιά καί τό σῶμα.

Μάταια κοπιάζουμε, μάταια καί ἄκαρπα καί ἐπιζήμια, ὅταν ἐπιδιώκουμε νά ἀποκτήσουμε πρόωρα τά ὑψηλά πνευματικά χαρίσματα. Αὐτά τά δίνει, στόν κατάλληλο καιρό, ὁ εὔσπλαχνος Θεός σ᾿ ἐκείνους πού σταθερά, ὑπομονετικά καί ταπεινά τηροῦν τίς εὐαγγελικές ἐντολές.

Τέλος καί τῷ Θεῷ δόξα!!!

ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ «ΑΣΚΗΤΙΚΕΣ ΕΜΠΕΙΡΙΕΣ»