Δευτέρα, 20 Αυγούστου 2012

Κάλλιστος Αγγελικούδης: "Συνέχεια για το θείο έρωτα."

 

44. Από οποιαδήποτε θεωρία, και αυτήν ακόμα των Χερουβείμ, ο Θεός είναι άπειρες φορές απείρως ανώτερος εκ φύσεως. Ο έρωτας όμως που έχει από άπειρη αγαθότητα, οπωσδήποτε θεωρείται. Από αυτόν προήλθαν —ερωτικώς προφανώς— τα κτιστά και ορώμενα, τα οποία πάντως δημιουργήθηκαν για τα νοούμενα. Γι' αυτό κατά πρώτο λόγο ο θείος έρωτας φανερώνεται να περιβάλλει τα νοητά, Αγγέλους δηλαδή και ψυχές, ως πλησιέστερα στο Θεό και οικειότερα.

Γιατί είναι ίδιον της Θεότητας να έχει οικειότερες τις νοερές φύσεις, που φανερά για χάρη τους δημιουργεί ο Θεός αγαπητικώς και με την πρέπουσα, να πούμε, μεγαλοψυχία και μεγαλοφροσύνη και τα άλλα, τα αισθητά. Γι' αυτό βέβαια μπορούν και πολύ λαμπρά να θεωρούν κατά κάποιο τρόπο τον έρωτα τού τελείως καθ' εαυτόν αόρατου Θεού· μέσω δηλαδή των ορωμένων, σαν να είναι κάποιοι θρόνοι Του, να θεωρούν τον έρωτα το νοητό και υπερκόσμιο.

Γιατί μεταξύ του εραστή Θεού και του ερωμένου ανθρώπου προβάλλουν πολλά συμβάντα που κηρύττουν μεγαλόφωνα και από πολλά σημεία τον θείο έρωτα, και μάλιστα όταν μέσα σε καρδιά φωτισμένη ο νους αποκτήσει ακινησία και δύναμη να βλέπει δεχόμενος πνευματική ενέργεια και στη συνέχεια φέγγοντας σαν πυρσός, όταν η ψυχή δεχτεί από τη χάρη τον αρραβώνα της πνευματικής ζωής μέσα στην καρδιά με μία ευαίσθητη νοερή ενέργεια. 

Τότε πια μέσα σε θείο φωτισμό και υπερφυσικά αρχίζει απαραπλάνητα και με ασφάλεια να βλέπει η ψυχή τα γαμήλια, ας πούμε, δώρα του Εραστή της, και ανάλογα να ελκύεται από αυτά να τον θυμάται και να επιθυμεί ν' αναπολεί όσο γίνεται χωρίς παύση αυτά τα θεία δώρα. Από αυτά φαντάζεται στη συνέχεια και το πρόσωπο του Εραστή ευτυχισμένη με έκπληξη υπέρμετρη και γίνεται σαν παράλυτη από τον θείο έρωτα αφήνοντας πίσω της ολότελα την αίσθηση και τη νόηση οποιουδήποτε άλλου, κι απορεί και δε γνωρίζει τι θα γίνει από την υπερβολή της θεωρίας. 

Και ζώντας έτσι αυτά τα πράγματα, σκιρτά και χαίρεται και αδιαφορεί για το σώμα. Και στη συνέχεια ανεβαίνει κάπως κι αυτή ν' αγαπά το Θεό και φτάνει ευτυχισμένη σ' ερωτική φωτιά, γεμίζοντας από τα μυστήρια του Θεού κι έχοντας μέσα στη φλογισμένη καρδιά της την ενέργεια του παναγίου και ζωοποιού Πνεύματος.

Και τότε, κατά τρόπο θαυμαστό, σχηματίζεται ένας ιερός και εξαιρετικά γλυκύς κύκλος της αγάπης από αυτόν τον θεϊκό έρωτα, που προέρχεται από τη γνώση και φανέρωση των κτισμάτων, και ο οποίος κύκλος δείχνει περίλαμπρα το Θεό ως εραστή μας ν' ανεβάζει κι εμάς με τη σειρά μας σε έρωτες Θεού, κατά τους οποίους ερωτευόμαστε κι εμείς το Θεό, έτσι που από το Θεό να αρχίζει και στο Θεό να καταλήγει.

Οπότε βέβαια φθάνομε και σε ομοίωση της θείας εικόνας με το γλυκύ συναίσθημα και την απόλαυση του θείου έρωτα, και γινόμαστε αγαθοί με σοφία, δηλαδή πρακτικοί με θεωρία, του Θεού ερωμένοι και του Θεού εραστές, πάσχοντας τα μυστήρια της θείας και ζωοποιού ενώσεως και εκστάσεως και με μία λέξη τα μακάρια πάθη της γνώσεως του πάμφωτου φωτός, με τη χάρη του Χριστού, του Κυρίου μας.
 

Τρίτη, 14 Αυγούστου 2012

ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ ΚΑΙ Η ΙΕΡΑ ΕΙΚΩΝ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΤΗΣ ΤΡΙΧΕΡΟΥΣΑΣ





Κατὰ τὴν πρώτη περίοδο τῆς εἰκονομαχίας, ἀπὸ τοὺς ὑπερασπιστὲς τῶν ἱερῶν Εἰκόνων ἰδιαιτέρως πρωτοστάτησε ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός (676-749 μ.Χ.). Ὁ Σέργιος, πατέρας τοῦ ἁγίου Ἰωάννου, ἦταν ὑπεύθυνος γιὰ τὸ θησαυροφυλάκιο τοῦ χαλίφη καὶ ἴσως καὶ διοικητὴς τῆς Δαμασκοῦ. Ὅταν πέθανε ὁ Σέργιος, ὁ χαλίφης διώρισε τὸν ἅγιο Ἰωάννη πρωτοσύμβουλο τοῦ χαλιφάτου. Ἐκείνη τὴν ἐποχὴ ἡ εἰκονομαχία ἦταν στὸ ἀπόγειό της καὶ ὁ ἅγιος Ἰωάννης ἔγραφε ἐπιστολὲς καὶ κείμενα ὑπὲρ τῶν ἱερῶν Εἰκόνων. Ὁ αὐτοκράτωρ Λέων ὁ Γ’ δὲν εἶχε ἄλλο τρόπο γιὰ νὰ ἀποκρούσῃ τὶς ἐπιστολὲς τοῦ ἁγ. Ἰωάννου, παρὰ νὰ τὸν συκοφαντήσῃ στὸν χαλίφη τῆς Δαμασκοῦ, σὰν προδότη. Γι’ αὐτὸ καὶ ἐφρόντισε νὰ φθάσῃ στὰ χέρια τοῦ χαλίφη χαλκευμένη ἐπιστολή, τὴν ὁποία ὑποτίθεται ὅτι τὴν εἶχε γράψει ὁ ἅγιος καὶ μὲ τὴν ὁποία προέτρεπε τὸν αὐτοκράτορα νὰ ἐπιτεθῇ μὲ τὰ στρατεύματά του στὸν χαλίφη. Τότε, ὁ χαλίφης, διέταξε νὰ κοπῇ τὸ δεξιὸ χέρι τοῦ ἁγίου.
Ἀφοῦ ἐξετέθη δημόσια τὸ χέρι τοῦ ἁγίου, οἱ φίλοι του παρεκάλεσαν τὸν χαλίφη, νὰ τὸ πάρουν καὶ νὰ τὸ ἐνταφιάσουν. Αὐτὸς τοὺς τὸ ἔδωσε καὶ ἐκεῖνοι τὸ παρέδωσαν στὸν ἅγιο Ἰωάννη. Τότε, ὁ ἅγιος τὸ τοποθέτησε πάνω στὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας ποὺ εἶχε στὸ δωμάτιό του καὶ προσευχόταν μὲ θέρμη καὶ πίστη, παρακαλώντας τὴν Παναγία νὰ τὸν θεραπεύσῃ καὶ δίδοντας τὴν ὑπόσχεση νὰ συνθέσῃ ὕμνους γιὰ τὸν Υἱό της καὶ τὴν ἴδια τὴν Παναγία. Τὸ ἑπόμενο πρωΐ, ὅταν ἐξύπνησε, τὸ χέρι του εἶχε κολλήσει θαυματουργικὰ στὴ θέση του, καὶ ὁ ἅγιος ὡμολόγησε στὸν χαλίφη καὶ σὲ ὅλους τὸ θαῦμα ποὺ ἔζησε. Ὁ ἅγιος ἔβαλε ἐπάνω στὴν Εἰκόνα μιὰ ἀσημένια παλάμη (ἀκριβῶς ὅπως τὰ τάματα ποὺ βλέπομε καὶ σήμερα σὲ διάφορες ἱερὲς Εἰκόνες), καὶ ἔτσι ὠνομάσθηκε αὐτὴ ἡ Εἰκόνα, «ΠΑΝΑΓΙΑ ἡ ΤΡΙΧΕΡΟΥΣΑ».
Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνὸς ἐκράτησε τὴν ὑπόσχεσή του καὶ ἔγραψε πολλοὺς ὕμνους, ἀλλὰ συνέχισε νὰ ἀντιστέκεται στὴν εἰκονομαχία. Ἐμοίρασε ὅλα τὰ ὑπάρχοντα του στοὺς πτωχοὺς καὶ ἀνεχώρησε στὴν ἱερὰ Μονὴ τοῦ ἁγίου Σάββα στὴν Παλαιστίνη, παίρνοντας μαζύ του καὶ τὴν θαυματουργὴ ἱερὰ Εἰκόνα τῆς Παναγίας. Στὸ μοναστῆρι τοῦ ἁγίου Σάββα ἐπέρασε τὴν ὑπόλοιπη ζωή του, γράφοντας ὕμνους γιὰ τὴν Παναγία, καὶ ἄφησε τὴν ἐντολή, ἀφοῦ πεθάνει, νὰ δοθῇ ἡ Εἰκόνα στὸν πρῶτο ἐπίσκοπο Σάββα ποὺ θὰ ἐπισκέπτονταν τὸ μοναστῆρι. Ἡ μνήμη τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ τιμᾶται στὶς 4 Δεκεμβρίου.
Ὁ ἅγιος Σάββας ἀρχιεπίσκοπος Σερβίας (1175-1235 μ.Χ.) ἐπεσκέφθηκε τὴν ἱερὰ Μονὴ καὶ ἐπῆρε τὴν θαυματουργὴ ἱερὰ Εἰκόνα τῆς Παναγίας τῆς Τριχερούσας στὴ Σερβία. Οἱ ἐξεγέρσεις καὶ οἱ μάχες ποὺ ἐγίνονταν ἐκείνη τὴν ἐποχὴ προεκάλεσαν ἀνησυχία στοὺς πιστούς, οἱ ὁποῖοι γιὰ νὰ σώσουν τὴν Εἰκόνα τὴν ἐφόρτωσαν σὲ ἕνα γαϊδουράκι καὶ τὸ ἄφησαν ἐλεύθερο. Αὐτὸ μὲ θαυματουργικὸ τρόπο ὡδηγήθηκε καὶ ἔφθασε στὸ ἅγιο Ὄρος, ὅπου τὸ 1198 μ.Χ., μὲ χρυσόβουλο τοῦ αὐτοκράτορος Ἀλεξίου τοῦ Γ’ τῆς δυναστείας τῶν Ἀγγέλων, ἱδρύθηκε ἡ ἱερὰ Μονὴ Χιλανδαρίου καὶ ἐδόθηκε «ὡς αἰώνιο δῶρο στοὺς Σέρβους». Ἡ μνήμη τοῦ ὁσίου Σάββα, πρώτου ἀρχιεπισκόπου Σερβίας, τιμᾶται στὶς 14 Ἰανουαρίου.
Στὰ τέλη τοῦ 18ου αἰῶνα ὑπῆρχε διχογνωμία σχετικὰ μὲ τὴν ἐκλογὴ νέου ἡγουμένου. Ἡ Εἰκόνα τῆς Παναγίας τῆς Τριχερούσας ἐβρέθηκε θαυματουργικὰ ἀπὸ τὸ ἱερὸ Βῆμα στὴ θέση τοῦ στασιδίου τοῦ ἡγουμένου καὶ οἱ μοναχοὶ εἶχαν γιὰ ἡγούμενό τους τὴν Παναγία τὴν Τριχεροῦσα. Μέχρι σήμερα ὅλοι οἱ μοναχοὶ τῆς ἱερᾶς Μονῆς Χιλανδαρίου τοῦ ἁγίου Ὄρους, γιὰ νὰ ἐπιτελέσουν κάποιο διακόνημα κάνουν πρῶτα μετάνοια στὴν ἱερὰ Εἰκόνα τῆς Παναγίας, τὴν ἀσπάζονται καὶ μετὰ προβαίνουν στὴν πραγματοποίησή του.